Καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὑτοῦ ταῦτα. Τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὑτοῦ· Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς, καὶ ἀναπήρους, καὶ τυφλοὺς, καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. Καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· Κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστίν. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον αὑτοῦ· Ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς, καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. Λέγω γὰρ ὑμῖν, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.» Πάλιν δὲ αὐτὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἀποσταλεὶς παρὰ τοῦ Πατρὸς, οὐχ ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον, ἑαυτῷ ἐμμένων, καὶ τὸ θέλημα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς αὐτοῦ πληρῶν, τῇ ἀποφάσει τῆς ἀποτομίας διδασκαλίαν ἐπάγει, τὴν ἀξίους ἡμᾶς ποιοῦσαν μαθητὰς αὑτοῦ γενέσθαι, καί φησιν· «Εἴ τις ἔρχεται πρὸς μὲ, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὑτοῦ, καὶ τὴν μητέρα, καὶ τὴν γυναῖκα αὑτοῦ, καὶ τὰ τέκνα, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ τὰς ἀδελφὰς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής.» Μῖσος δηλονότι, οὐ μελέτην ἐμποιοῦν ἐπιβουλῆς, ἀλλ᾽ ἀρετὴν θεοσεβείας ἐν παρακοῇ τῶν ἀφελκόντων. «Καὶ ὅστις, φησὶν, οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν αὑτοῦ, καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.»
Μετάφραση
Και όταν επέστρεψε ο δούλος, ανέφερε αυτά στον κύριό του. Τότε ο οικοδεσπότης, οργισμένος, είπε στον δούλο του: Έξελθε γρήγορα στις πλατείες και στις οδούς της πόλης, και φέρε εδώ μέσα τους φτωχούς, τους αναπήρους, τους τυφλούς και τους χωλούς. Και είπε ο δούλος: Κύριε, έγινε όπως πρόσταξες, και υπάρχει ακόμη χώρος. Και είπε ο κύριος προς τον δούλο του: Έξελθε στους δρόμους και στους φράκτες, και ανάγκασέ τους να εισέλθουν, για να γεμίσει ο οίκος μου. Διότι σας λέω ότι κανείς από εκείνους τους άνδρες που είχαν προσκληθεί δεν θα γευθεί το δείπνο μου.» Και πάλι ο ίδιος ο μονογενής Υιός του ζώντος Θεού, ο οποίος απεστάλη από τον Πατέρα, όχι για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο, παραμένοντας σταθερός στον εαυτό του και εκπληρώνοντας το θέλημα του αγαθού Θεού και Πατέρα του, στην αυστηρή αυτή απόφαση προσθέτει μια διδασκαλία που μας καθιστά άξιους να γίνουμε μαθητές του, και λέει: «Εάν κάποιος έρχεται προς εμένα και δεν μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του και τη γυναίκα του και τα παιδιά του και τους αδελφούς και τις αδελφές του, ακόμη δε και την ίδια του την ψυχή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.» Πρόκειται για μίσος, βεβαίως, το οποίο δεν γεννά σχέδιο επιβουλής, αλλά συνιστά αρετή θεοσεβείας μέσω της παρακοής σε εκείνους που μας αποσπούν από τον Θεό. «Και όποιος», λέει, «δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν ακολουθεί πίσω μου, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες