ΚΕΦΑΛ. ΙΔʹ. <Εἰ ἔξεστι τῷ Σαββάτῳ θεραπεύειν; (A f. 200) Ἤρετο τοὺς νομικοὺς καὶ τοὺς Φαρισαίους ὁ Κύριος, πότερόν ποτε ἔξεστι τῷ Σαββάτῳ θεραπεύειν, ἢ οὔ; οἱ δὲ, φησὶν, ἐσίγησαν. Ἀνθ᾽ ὅτου σεσίγηκας, ὦ νομικέ; Εἰπέ τι τῶν γεγραμμένων· ἐπίδειξον τὸν διὰ Μωϋσέως νόμον διαβεβληκότα ποτὲ τὸ εὖ ποιεῖν ἐν Σαββάτῳ, εἰ σκληροὺς ἡμᾶς καὶ ἀφιλοικτείρμονας εἶναι βούλεται διὰ τὴν τῶν Σαββάτων ἀργίαν. Ἀλλ᾽ οὐκ ἂν ἔχοις ἐπιδεῖξαι τοῦτό ποθεν.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄. <Εάν επιτρέπεται να θεραπεύει κανείς το Σάββατο; (A f. 200) Ρώτησε ο Κύριος τους νομικούς και τους Φαρισαίους εάν επιτρέπεται να θεραπεύει κανείς το Σάββατο ή όχι· εκείνοι όμως, αναφέρει, σιώπησαν. Γιατί σιώπησες, νομικέ; Πες κάτι από τα γεγραμμένα· απόδειξε ότι ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωυσή κατέκρινε ποτέ την αγαθοεργία το Σάββατο, εάν θέλει να είμαστε σκληροί και άσπλαχνοι εξαιτίας της αργίας των Σαββάτων. Αλλά δεν θα μπορούσες να το αποδείξεις αυτό από πουθενά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες