Εἶτα, πῶς ἦν εἰκὸς τὴν οὕτω σεπτὴν καὶ ἀξιάγαστον ἐντολὴν ἀτονεῖν ἐν Σαββάτῳ, κατὰ βούλησιν Θεοῦ; Τί οὖν σεσίγηκας, νομικέ; Ἠπόρησας ὁμολογουμένως. Μακρὰ τοιγαροῦν χαίρειν εἰπὼν ταῖς βασκανίαις τῶν Ἰουδαίων, ἀπαλλάττει τοῦ νοσεῖν τὸν ὑδέρῳ κεκρατημένον· ὃς δεδιὼς τοὺς Φαρισαίους, οὐ προσῆλθεν αἰτῶν θεραπευθῆναι διὰ τὸ Σάββατον, ἀλλὰ μόνον ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ, ἵνα ἐκ τῆς θέας ἐλεήσας αὐτὸν, θεραπεύσῃ. Ὅνπερ εἰδὼς ὁ Κύριος, ὡς ἐμβατεύων αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ὡς Θεὸς, οὐκ ἐρωτᾷ αὐτὸν εἰ θέλει ὑγιὴς γενέσθαι, ἀλλ᾽ εὐθέως ἐθεράπευσεν αὐτόν· ᾔδει γὰρ ὅτι ἤθελε· καὶ γὰρ ἵνα τύχῃ τῆς θεραπείας, ἵστατο ἔμπροσθεν αὐτοῦ καὶ ἐσιώπα. <Ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο.> (A f. 200, B f. 138 b, C f. 138 b, D f. 56 b) Ἐπειδὴ τῶν κεκλημένων ἐθεᾶτό τινας, ὡς μέγα τι χρῆμα καὶ ἀξιόληπτον, τὰς πρωτοκλισίας ἀσυνέτως ἁρπάζοντας, ἀναγκαίως ἵν᾽ αὐτούς τε καὶ ἡμᾶς ὠφελῇ, ματαίας δόξης καταφρονεῖν παρεγγυᾷ. Καὶ δοκεῖ μὲν ἵσως τισὶ, μικρά πως εἶναι ταυτὶ, καὶ οὐ πολλῆς ἄξια φροντίδος· ὅταν δέ τις αὐτοῖς τὸν τῆς διανοίας ὀφθαλμὸν ἐνερείσῃ, τὸ τηνικάδε μαθήσεται ὁποίου μὲν ἀπαλλάττει μώμου τὸν ἄνθρωπον, ὅσον δὲ τὸ κόσμιον αὐτῷ ἐνεργάζεται. Τὸ μὲν γὰρ τιμαῖς ἡμᾶς ταῖς ἀναρμόστοις, ἤγουν οὐ πάντη τε καὶ πάντως ὀφειλομέναις ἡμῖν προχείρως ἐπιπηδᾷν. ἀσυνέτους ἡμᾶς ἀποφαίνει.
Μετάφραση
Έπειτα, πώς ήταν λογικό μια τόσο σεπτή και αξιοθαύμαστη εντολή να ατονεί την ημέρα του Σαββάτου, κατά το θέλημα του Θεού; Γιατί λοιπόν σιώπησες, νομικέ; Ομολογουμένως βρέθηκες σε αμηχανία. Αδιαφορώντας πλήρως λοιπόν για τον φθόνο των Ιουδαίων, απαλλάσσει από την ασθένεια αυτόν που έπασχε από υδρωπικία· ο οποίος, επειδή φοβόταν τους Φαρισαίους, δεν προσήλθε να ζητήσει θεραπεία λόγω του Σαββάτου, αλλά στάθηκε μόνο ενώπιόν Του, ώστε, βλέποντάς τον Εκείνος και σπλαχνιζόμενος, να τον θεραπεύσει. Και ο Κύριος, γνωρίζοντάς το αυτό, επειδή ως Θεός εισχωρούσε στα βάθη της ψυχής του, δεν τον ρωτά αν θέλει να γίνει καλά, αλλά αμέσως τον θεράπευσε· διότι γνώριζε ότι το ήθελε. Γι' αυτό άλλωστε, για να επιτύχει τη θεραπεία, στεκόταν μπροστά Του και σιωπούσε. <Παρατηρώντας πώς διάλεγαν τις πρώτες θέσεις.> (A f. 200, B f. 138 b, C f. 138 b, D f. 56 b) Επειδή έβλεπε μερικούς από τους προσκεκλημένους, θεωρώντας το κάτι πολύ σπουδαίο και αξιόλογο, να αρπάζουν απερίσκεπτα τις πρώτες θέσεις, τους παραγγέλλει να περιφρονούν τη μάταιη δόξα, προκειμένου αναγκαίως να ωφελήσει και εκείνους και εμάς. Και ίσως σε κάποιους αυτά φαίνονται μικρά και ανάξια πολλής προσοχής· όταν όμως κάποιος προσηλώσει πάνω τους τον οφθαλμό της διάνοιας, τότε θα κατανοήσει από ποιο ψεγάδι απαλλάσσει τον άνθρωπο και πόση κοσμιότητα του προσδίδει. Διότι το να ορμούμε εμείς βιαστικά σε τιμές αταίριαστες, δηλαδή σε αυτές που δεν μας οφείλονται καθόλου και με κανέναν τρόπο, μας καθιστά ασύνετους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες