Οὐκ ᾠκτείρησας, οὐκ ἠλέησας ἐν τῇ παροικίᾳ σου τὸν δίκαιον Λάζαρον ἐν πτωχείᾳ φερόμενον· οὐκ ἐνεθυμήθης ὡς θνητὸς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἔμεινας μάτην θησαυρίζων τὸν χρυσόν· ἐνδεῆ παρέβλεπες μὴ ἐλεῶν, ὡς πλούσιος καὶ φθαρτός· προστιθέμενος τῷ πλούτῳ πλοῦτον ἄλλον, οὐκ ἔκραζες· Ἐλέησον Κύριε. —Νῦν τῆς προσκαίρου ἀπάτης ἀπήλαυσα, ὡς ἔφησας, καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ὑπάρχω πικρῶς βασανιζόμενος· ὅθεν ἐρωτῶ σε, πάτερ, ἐξαπόστειλον τὸν Λάζαρον ὡς ὑετὸν γλώσσῃ ἐμῇ.» Ἀβραὰμ δὲ τούτῳ ἀντέφησεν· «Ἀπέλαβες, ἄνθρωπε, ἐν βίῳ τὰ ἀγαθά· ὅθεν οὐ κεχρεώστησαι· καὶ Λάζαρος πάντα τὰ κακὰ ἔλαβεν, ὡς βέλη τὰ ἕλκη ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ· ὅθεν οὐκ ἐτάζεται ὡς πληρωθεὶς τῶν ἀπεκεῖθεν κακῶν, ἵνα τούτων ἀπολαύσῃ τῶν καλῶν, ὅτι ἔκραζεν· Ἐλέησον Κύριε.
Μετάφραση
Δεν σπλαχνίστηκες, δεν ελέησας κατά την επίγεια ζωή σου τον δίκαιο Λάζαρο που βρισκόταν σε φτώχεια. Δεν αναλογίστηκες ως θνητός τα του Θεού, αλλά παρέμεινες μάταια να θησαυρίζεις τον χρυσό. Τον ενδεή παρέβλεπες χωρίς να τον ελεείς, ως πλούσιος και φθαρτός. Προσθέτοντας στον πλούτο και άλλον πλούτο, δεν έκραζες: Ελέησον, Κύριε. —Τώρα απόλαυσα την πρόσκαιρη απάτη, όπως είπες, και βρίσκομαι στον άδη βασανιζόμενος πικρά. Γι' αυτό σε παρακαλώ, πάτερ, εξαπόστειλε τον Λάζαρο ως δροσιά στη γλώσσα μου. Ο δε Αβραάμ του αποκρίθηκε: Απέλαβες, άνθρωπε, στη ζωή σου τα αγαθά. Γι' αυτό δεν σου οφείλεται τίποτα. Και ο Λάζαρος έλαβε όλα τα κακά, σαν βέλη τις πληγές στο σώμα του. Γι' αυτό δεν βασανίζεται, έχοντας ξεπληρώσει τα κακά της άλλης ζωής, ώστε να απολαύσει αυτά τα καλά, διότι έκραζε: Ελέησον, Κύριε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες