Τί με κενῷ πλουτίζεις ὀνόματι; Εἰ μὲν γὰρ πλούσιος, οὐ πένης· εἰ δὲ πένης, οὐ πλούσιος· πολλὴ γὰρ πλούτου καὶ πενίας διάστασις, ὡς αὐτὸς μαρτυρεῖς χάσμα μέγα μεταξὺ πλουσίου καὶ πένητος ὁρισάμενος. Ὕπουλα τὰ πρόσωπα· ὁ πλούσιος τὸν πτωχὸν ἀποστρέφεται, ὁ πτωχὸς τὸν πλούσιον ὑποβλέπεται· ἐναντία τὰ πράγματα, ὁ βίος ἀνώμαλος· ὁ μὲν γὰρ ἐπιστένει τοῖς πάθεσιν, ὁ δὲ ἐπικαγχάζει ταῖς ἡδοναῖς· οὗτος ἄρτου τυχεῖν ἐπεύχεται, ἐκεῖνος ταῖς ἀδηφαγίαις 〈ὑπερμαζᾷ·〉 οὗτος οἴνου κοτύλης οὐκ εὐπορεῖ, ἐκεῖνος κραιπαλῶν τὴν μέθην ἐξερεύγεται· οὗτος ῥάκος περιβέβληται, ἐκεῖνος ἐν ποικίλαις 〈ἐσθήσεσι〉 περιτέρπεται· οὗτος ἐπὶ ἐδάφους ἀγρυπνῶν ἔρριπται, ἐκεῖνος ἐπὶ στρωμνῆς ῥέγχει τὴν τρυφὴν ὀνειροπολῶν· οὗτος κερμάτιον αἰτεῖ, ἐκεῖνος χρυσῷ κατακέχωσται· ὁ γὰρ θησαυρίζων, μὴ διανέμων δὲ ἔοικε πτωχῷ πλουσίαν ταφὴν ἀναμένοντι. Ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῖς καιροῖς ἴσως χαίρουσι· τῷ πτωχῷ μὲν γὰρ ὁ χειμὼν χαλεπὸς τὸ θάλπον οὐκ ἔχοντι, τῷ πλουσίῳ δὲ τὸ θέρος μοχθηρὸν ὑπὸ πλησμονῆς τὸ θάλπος οὐ στέγοντι. Πῶς οὖν ὁ αὐτὸς πένης καὶ πλούσιος;
Μετάφραση
Γιατί με πλουτίζεις με ένα κενό όνομα; Διότι, αν κάποιος είναι πλούσιος, δεν είναι φτωχός· και αν είναι φτωχός, δεν είναι πλούσιος. Επειδή είναι μεγάλη η απόσταση μεταξύ πλούτου και φτώχειας, όπως εσύ ο ίδιος μαρτυρείς, έχοντας ορίσει ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ του πλουσίου και του φτωχού. Τα πρόσωπα είναι ύπουλα· ο πλούσιος αποστρέφεται τον φτωχό, και ο φτωχός κοιτάζει με καχυποψία τον πλούσιο. Οι καταστάσεις είναι αντίθετες, ο βίος ανισόρροπος· διότι ο ένας στενάζει από τα δεινά, ενώ ο άλλος χασκογελά με τις ηδονές. Αυτός εύχεται να βρει λίγο ψωμί, εκείνος παραφουσκώνει από την πολυφαγία. Αυτός δεν έχει ούτε ένα ποτήρι κρασί, εκείνος, κραιπαλώντας, ρεύεται από τη μέθη. Αυτός είναι ντυμένος με κουρέλια, εκείνος τέρπεται με ποικίλα ενδύματα. Αυτός κείτεται άγρυπνος στο χώμα, εκείνος ροχαλίζει πάνω στο στρώμα ονειροπολώντας την τρυφή. Αυτός ζητιανεύει ένα κέρμα, εκείνος είναι καταχωσμένος στον χρυσό. Διότι αυτός που θησαυρίζει και δεν διανέμει, μοιάζει με φτωχό που περιμένει πλούσια ταφή. Αλλά ούτε καν τις εποχές δεν απολαμβάνουν το ίδιο· διότι για τον φτωχό ο χειμώνας είναι σκληρός, επειδή δεν έχει κάτι να τον ζεστάνει, ενώ για τον πλούσιο το καλοκαίρι είναι οδυνηρό, επειδή λόγω της πλησμονής δεν αντέχει τη ζέστη. Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα φτωχός και πλούσιος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες