Ἐκεῖνος γὰρ τοῦ Κυρίου μὴ κατεπείγοντος ἔσπευδε πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν ἀνάλυσιν ἐπόθει καὶ παρῃτεῖτο ἑκὼν τὴν οἰκονομίαν, πῇ μὲν λέγων· Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου, καὶ πάλιν· Ἐμοὶ δὲ καλὸν ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι. Ὁ δὲ γήινος τὸ φρόνημα καὶ τῶν βώλων ἀληθῶς συγγενὴς τοιαῦτα ὀδύρεται ἀμηχανῶν ἐπὶ τῇ μεταστάσει, οἷα οὗτος ὁ τῆς παραβολῆς ἄνθρωπος· Τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριος μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ’ ἐμοῦ; Σκάπτειν οὐκ ἰσχύω, ἐπαιτεῖν αἰσχύνομαι. Ἀργοῦ καὶ φιληδόνου ἡ λύπη. Τὸ μὲν γὰρ ἐπὶ τῇ ἀναχωρήσει θρηνεῖν ἔλεγχός ἐστιν τοῦ προστετηκέναι τῷ χωρίῳ καὶ τὰς ἐμπαθεῖς τῆς σαρκὸς ἀπολαύσεις ὀδύρεσθαι, τὸ δὲ ἀδυνατεῖν πρὸς ἔργον ἀργοῦ βίου καὶ ἀναπεπτωκότος ἐστὶ κατηγόρημα. Εἰ γὰρ εἶχεν πρὸς φιλοπονίαν συνήθειαν, οὐκ ἂν ἐφοβεῖτο το[ῦ] σκάπτειν.
Μετάφραση
Διότι εκείνος, αν και ο Κύριος δεν τον επίσπευδε, έσπευδε προς Αυτόν και ποθούσε την αναχώρηση και παραιτούνταν εκουσίως από τη διαχείριση, λέγοντας από τη μια: «Ταλαίπωρος εγώ ο άνθρωπος, ποιος θα με λυτρώσει από το σώμα του θανάτου τούτου;» και πάλι: «Για εμένα είναι καλό να αναχωρήσω και να είμαι μαζί με τον Χριστό». Αντιθέτως, όποιος έχει γήινο φρόνημα και είναι αληθινά συγγενής με το χώμα, οδύρεται με τέτοιον τρόπο βρισκόμενος σε αμηχανία για τη μετάστασή του, όπως αυτός ο άνθρωπος της παραβολής: «Τι να κάνω, επειδή ο κύριός μου μου αφαιρεί τη διαχείριση; Να σκάβω δεν έχω δύναμη, να ζητιανεύω ντρέπομαι». Η λύπη αυτή χαρακτηρίζει τον οκνηρό και φιλήδονο. Διότι το να θρηνεί κανείς για την αναχώρηση αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησής του στα γήινα και του ότι οδύρεται για την απώλεια των εμπαθών σαρκικών απολαύσεων, ενώ η αδυναμία για εργασία αποτελεί κατηγορία για έναν βίο οκνηρό και χαλαρό. Διότι, εάν είχε συνηθίσει στη φιλοπονία, δεν θα φοβόταν το σκάψιμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες