ΚΕΦΑΛ. ΙϚʹ. Περὶ τοῦ οἰκονόμου τῆς ἀδικίας. Περὶ τοῦ μηδὲ κεραίαν ἀπὸ τοῦ νόμου παρελθεῖν ἄν. Περὶ τοῦ μὴ ἀπολύειν τὴν γυναῖκα. Περὶ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. «Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ οὗτος διεβλήθη αὐτῷ, ὡς διασκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ. Καὶ φωνήσας αὐτόν, εἶπεν αὐτῷ· Τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ; Ἀπόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας σου, οὐ γὰρ δυνήσῃ ἔτι οἰκονομεῖν. Εἶπε δὲ ἐν ἑαυτῷ ὁ οἰκονόμος· Τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριός μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ’ ἐμοῦ; Σκάπτειν οὐκ ἰσχύω, ἐπαιτεῖν αἰσχύνομαι· ἔγνων τί ποιήσω, ἵνα, ὅταν μετασταθῶ τῆς οἰκονομίας, δέξωνταί με εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν. Καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα ἕκαστον τῶν χρεοφειλετῶν τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ἔλεγε τῷ πρώτῳ· Πόσον ὀφείλεις τῷ κυρίῳ μου; Ὁ δὲ εἶπεν· Ἑκατὸν βάτους ἐλαίου· καὶ εἶπεν αὐτῷ· Δέξαι σου τὸ γράμμα, καὶ καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα. Ἔπειτα ἑτέρῳ εἶπε· Σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις; Ὁ δὲ εἶπεν· Ἑκατὸν κόρους σίτου. Καὶ λέγει αὐτῷ· Δέξαι σου τὸ γράμμα, καὶ γράψον ὀγδοήκοντα. Καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροί εἰσιν ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν. Κἀγὼ ὑμῖν λέγω, ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλείπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.»
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ΄. Περί του οικονόμου της αδικίας. Περί του ότι ούτε μια κεραία από τον νόμο δεν θα παρέλθει. Περί της μη αποπομπής της γυναίκας. Περί του πλουσίου και του Λαζάρου. «Έλεγε δε και προς τους μαθητές του: Ήταν κάποιος πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος είχε έναν οικονόμο, και αυτός καταγγέλθηκε σε αυτόν ότι σπαταλούσε τα υπάρχοντά του. Και αφού τον φώναξε, του είπε: Τι είναι αυτό που ακούω για εσένα; Δώσε λόγο για την οικονομία σου, διότι δεν θα μπορείς πλέον να είσαι οικονόμος. Είπε τότε μέσα του ο οικονόμος: Τι να κάνω, τώρα που ο κύριός μου μου αφαιρεί την οικονομία; Να σκάβω δεν έχω τη δύναμη, να ζητιανεύω ντρέπομαι. Βρήκα τι θα κάνω, ώστε, όταν απομακρυνθώ από τη θέση του οικονόμου, να με δεχθούν στα σπίτια τους. Και αφού προσκάλεσε έναν προς έναν τους χρεοφειλέτες του κυρίου του, έλεγε στον πρώτο: Πόσα οφείλεις στον κύριό μου; Εκείνος δε είπε: Εκατό βάτους λάδι. Και του είπε: Πάρε το γραμμάτιό σου, κάθισε και γράψε γρήγορα πενήντα. Έπειτα είπε σε άλλον: Εσύ πόσα οφείλεις; Εκείνος δε είπε: Εκατό κόρους σιτάρι. Και του λέει: Πάρε το γραμμάτιό σου και γράψε ογδόντα. Και επαίνεσε ο κύριος τον οικονόμο της αδικίας, διότι οι υιοί αυτού του αιώνα είναι πιο συνετοί από τους υιούς του φωτός στη δική τους γενεά. Και εγώ σας λέω, κάντε για τον εαυτό σας φίλους από τον μαμωνά της αδικίας, ώστε, όταν εκλείψετε, να σας δεχθούν στις αιώνιες σκηνές.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες