Καθάπερ οὖν ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς σήμερον ἐρεῖ, «ἀνερχομένῳ πρὸς τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ κατὰ τὴν ὁδὸν εἴς τινα πόλιν εἰσερχομένῳ ὑπήντησαν τῷ Κυρίῳ δέκα λεπροί, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνήν». Καλῶς ἐπισημαίνεται ὁ εὐαγγελιστὴς ὅτι οὐκ εἰσελθόντι, ἀλλ’ εἰσερχομένῳ τὴν πόλιν ὑπήντησαν οἱ λεπροί· καὶ τῶν πόλεων γὰρ καὶ τῶν κωμῶν ὡς ἀκάθαρτοι ἀπηλαύνοντο, καὶ περὶ ταύτας διῆγον. Ἀλλὰ καὶ «πόρρωθεν ἔστησαν»· οὐδὲ γὰρ ἐκτὸς ἐφεῖται τοῖς ὑγιαίνουσι τούτοις συναναμίγνυσθαι. Ἦραν δὲ καὶ φωνήν, τουτέστιν ἐξεβόησαν, διὰ τὸ μεταξὺ μῆκος τοῦ διαστήματος, λέγοντες «Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἴδε τὸ πάθος, ἴδε τὸ αἶσχος, ἴδε τὸ δυσειδὲς καὶ βδελυκτὸν καὶ παρὰ φύσιν ἄνθος, τοιοῦτον γὰρ ἡ λέπρα· ἴδε τὴν τῆς φύσεως ἐκτροπήν, τὴν τῶν ἀνθρώπων ἀποστροφήν, τὴν ἀπαραμήθητον μόνωσιν, καὶ ἐλεήσας παράσχου τὴν θεραπείαν. «Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Δοκεῖ δὲ ἡ τῶν λεπρῶν φωνὴ ἐλεεινὴ μὲν εἶναι, πιστῶν δὲ ὡς ἀληθῶς καὶ συνετῶν ἀνθρώπων οὐκ εἶναι· ἐπιστάτην γὰρ αὐτὸν καλοῦσιν, ὅπερ ἐπὶ τῶν αὐτοκρατῶς ἐχόντων καὶ κυρίως δεσποζόντων οὐκ εἴωθε λέγεσθαι. Θαρρούντων ὅμως δέξασθαι τὴν ἴασιν ἡ δέησίς ἐστιν, ὅπερ οὐ συνετῆς διανοίας, εἰ ὁ δυνάμενος, καὶ ταῦτα πόρρωθεν, δέκα λεπροῖς τὴν κάθαρσιν παρασχεῖν οὐκ ἔστι Θεός.
Μετάφραση
Όπως ακριβώς λοιπόν ο ευαγγελιστής Λουκάς θα πει σήμερα, «ενώ ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα και καθώς βρισκόταν στον δρόμο και εισερχόταν σε κάποια πόλη, συνάντησαν τον Κύριο δέκα λεπροί, οι οποίοι στάθηκαν μακριά, και ύψωσαν φωνή». Πολύ σωστά επισημαίνει ο ευαγγελιστής ότι οι λεπροί τον συνάντησαν όχι αφού είχε εισέλθει, αλλά την ώρα που εισερχόταν στην πόλη. Διότι διώχνονταν από τις πόλεις και τα χωριά ως ακάθαρτοι, και ζούσαν γύρω από αυτές. Αλλά και «στάθηκαν μακριά»· διότι ούτε καν έξω δεν επιτρεπόταν σε όσους ήταν υγιείς να συναναστρέφονται μαζί τους. Και ύψωσαν φωνή, δηλαδή φώναξαν δυνατά, εξαιτίας της μεγάλης μεταξύ τους απόστασης, λέγοντας «Ιησού, επιστάτη, ελέησέ μας». Δες την πάθηση, δες το αίσχος, δες το δύσμορφο και βδελυρό και παρά φύση εξάνθημα, διότι τέτοια είναι η λέπρα· δες την εκτροπή της φύσης, την αποστροφή των ανθρώπων, την απαρηγόρητη μοναξιά, και αφού ελεήσεις δώσε τη θεραπεία. «Ιησού, επιστάτη, ελέησέ μας». Φαίνεται βέβαια ότι η φωνή των λεπρών προκαλεί έλεος, αλλά δεν ανήκει σε ανθρώπους αληθινά πιστούς και συνετούς· διότι τον αποκαλούν επιστάτη, πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για εκείνους που έχουν απόλυτη εξουσία και κυριαρχούν πραγματικά. Όμως η δέησή τους προέρχεται από ανθρώπους που έχουν το θάρρος να δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν δείχνει συνετή σκέψη, εάν αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσφέρει τον καθαρισμό σε δέκα λεπρούς δεν είναι ο Θεός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες