Καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην, ὑπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόῤῥωθεν. Καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν, λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν, εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες, ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς, ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν ἰδὼν, ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν. Καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;
Μετάφραση
Και καθώς εισερχόταν σε κάποιο χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά. Και αυτοί ύψωσαν φωνή, λέγοντας: Ιησού, Διδάσκαλε, ελέησέ μας. Και όταν τους είδε, τους είπε: Πηγαίνετε και δείξτε τους εαυτούς σας στους ιερείς. Και συνέβη, ενώ πήγαιναν, να καθαριστούν. Ένας δε από αυτούς, βλέποντας ότι θεραπεύτηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό με δυνατή φωνή. Και έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του, ευχαριστώντας τον· και αυτός ήταν Σαμαρείτης. Αποκρινόμενος δε ο Ιησούς, είπε: Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Οι δε εννέα πού είναι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες