Προαπαγγέλλει τοίνυν, ὅτι πρὸ τῆς ἐξ οὐρανῶν ἀφίξεως τῆς ἐσομένης ἐπὶ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος, θλῖψις προσελάσει καὶ διωγμὸς, ὥστε μίαν ἡμέραν αὐτοῦ ἰδεῖν ἐπιθυμῆσαι, τουτέστι τὴν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ συνδιατρίβειν ἔτι καὶ συνδιαιτᾶσθαι Χριστῷ· καί τοι πλείστη τις ἦν ἡ κατ᾽ αὐτοῦ γενομένη τῶν Ἰουδαίων ἐξιτηλία· λίθοις γὰρ ἔβαλλον αὐτὸν, ἐδίωξαν οὐχ ἅπαξ ἀλλὰ πλειστάκις· ἦγον ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους, ἵνα κατακρημνίσωσιν αὐτόν· λοιδορίαις λελυπήκασι καὶ συκοφαντίαις, καὶ οὐδεὶς ἦν τρόπος σκαιότητος τοῖς Ἰουδαίοις ἀνεπιτήδευτος· πῶς οὖν ἐπιθυμήσειν εἶπε τοὺς μαθητὰς μίαν ἡμέραν ἰδεῖν αὐτοῦ; Ἀντιπαραθέσει γὰρ τῶν ὑπερκειμένων κακῶν, αἱρετά πώς εἰσι τὰ ἐλάττονα· μειζόνων γὰρ μετὰ τὴν αὐτοῦ ἀνάληψιν θλίψεων ἐπειράθησαν. <Ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἡ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾽ οὐρανόν, κ.τ.λ.> (A f. 233 b, B f. 264 b, C f. 144) Πλὴν ὅτι καταβήσεται μὲν ἐξ οὐρανοῦ, οὐκ ἀσήμως δὲ ἢ ἀσυμφανῶς, ἀλλ᾽ ἐν δόξῃ τῇ θεοπρεπεῖ, καὶ φῶς ἀπρόσιτον οἰκῶν, διαμεμήνυκε λέγων, ὡς ἀστραπὴν ἔσεσθαι τὴν ἑαυτοῦ παρουσίαν. Ἐγεννήθη μὲν γὰρ κατὰ σάρκα καὶ ἐκ γυναικὸς, τὴν ἐφ᾽ ἡμῖν ἀποπληρώσων οἰκονομίαν· καὶ κεκένωκε διὰ τοῦτο, καὶ τεταπείνωκεν ἑαυτὸν, καὶ ἦν οὐκ ἐν δόξῃ θεότητος ἐμφανῶς· ἐκάλει γὰρ εἰς τοῦτο καιρὸς, καὶ τῆς οἰκονομίας ἡ χρεία.
Μετάφραση
Προαναγγέλλει, λοιπόν, ότι πριν από την εξ ουρανών άφιξή του που θα γίνει κατά τη συντέλεια του αιώνος, θα επέλθει θλίψη και διωγμός, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιθυμήσουν να δουν μία ημέρα του, δηλαδή την εποχή που ακόμη συναναστρέφονταν και συζούσαν με τον Χριστό. Και όμως, ήταν πάρα πολύ μεγάλη η εχθρότητα των Ιουδαίων εναντίον του· διότι τον λιθοβολούσαν, τον κατεδίωξαν όχι μία φορά αλλά πάρα πολλές φορές· τον οδήγησαν μέχρι την κορυφή του όρους για να τον κατακρημνίσουν· τον λύπησαν με ύβρεις και συκοφαντίες, και δεν υπήρξε κανένας τρόπος σκαιότητας που να μην εφάρμοσαν οι Ιουδαίοι. Πώς λοιπόν είπε ότι οι μαθητές θα επιθυμήσουν να δουν μία ημέρα του; Διότι, σε αντιπαραβολή με τα μεγαλύτερα κακά που επικρέμανται, είναι κατά κάποιον τρόπο προτιμότερα τα μικρότερα· διότι μετά την ανάληψή του δοκιμάστηκαν από μεγαλύτερες θλίψεις. <Διότι όπως η αστραπή που αστράφτει από το ένα μέρος κάτω από τον ουρανό, κ.τ.λ.> (A f. 233 b, B f. 264 b, C f. 144) Πλην όμως, γνωστοποίησε ότι θα κατέλθει από τον ουρανό, όχι άσημα ή αφανώς, αλλά με θεοπρεπή δόξα και κατοικώντας σε απρόσιτο φως, λέγοντας ότι η παρουσία του θα είναι σαν την αστραπή. Διότι γεννήθηκε κατά σάρκα και από γυναίκα, για να εκπληρώσει τη θεία οικονομία για εμάς· και γι' αυτόν τον λόγο κένωσε και ταπείνωσε τον εαυτό του, και δεν βρισκόταν εμφανώς μέσα στη δόξα της θεότητας· διότι αυτό απαιτούσε ο καιρός και η ανάγκη της οικονομίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες