Ὅτι δὴ ἀδοκήτως, καὶ οἷον εἰδότος οὐδενὸς, ἐπιλάμψει, καὶ τὸ τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀφίξεται πέρας, οὕτω φησὶν ἔσεσθαι τὴν συντέλειαν, ὡς γέγονεν ἐν ἡμέραις Νῶε καὶ Λώτ.—(B f. 165) Ἐτρύφων γὰρ, φησὶν, ἀμερίμνως, ἤσθιον, ἔπινον, ἐπώλουν, ἠγόραζον, ᾠκοδόμουν. Ἀλλὰ τοὺς μὲν ὑδάτων ἀπώλεσε φορὰ, οἱ δὲ γεγόνασι θείου πυρὸς ἔργον καὶ τροφή. Τί οὖν ἐντεῦθεν τὸ δηλούμενον; Βούλεται ἠμᾶς ἐγρηγορέναι διὰ παντὸς, καὶ ἑτοίμους εἶναι πρὸς ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ θείου βήματος. <Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος, καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, κ.τ.λ.> (A f. 235) Ἀλογῆσαι προστάττει παντὸς ἐπιγείου καὶ προσκαίρου πράγματος, καὶ εἰς ἕνα βλέψαι σκοπὸν τὸν ἐπί γε τῷ δεῖν ἕκαστον διασῶσαι τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν. Ὃς ἂν τοίνυν ᾖ, φησὶν, ἐπὶ τοῦ δώματος, μὴ καταβήτω ἐν τῇ οἰκίᾳ ἆραι τὰ σκεύη αὐτοῦ. Ἔοικε δὲ διὰ τούτων, τὸν ἐν ἀναπαύσει, καὶ πλούτῳ, καὶ περιφανείαις κοσμικαῖς βούλεσθαι δηλοῦν· ἀεὶ γάρ πως οἱ ἐν δώμασιν ἑστηκότες, ἀπόβλεπτοι γίνονται τοῖς τὴν οἰκίαν περιεστηκόσιν. Εἴ τις τοίνυν τοιοῦτός ἐστι, φησὶ, μηδένα ποιείσθω λόγον, κατ᾽ ἐκεῖνο καιροῦ, τῶν ἐναποκειμένων τῇ οἰκίᾳ σκευῶν· ἄχρηστα γὰρ ταῦτα καὶ ἀσυντελῆ πρὸς ὄνησιν αὐτῷ. «Οὐ γὰρ ὠφελοῦσι θησαυροὶ ἀνόμους,» κατὰ τὸ γεγραμμένον, «δικαιοσύνη δὲ ῥύεται ἐκ θανάτου.»
Μετάφραση
Ότι δηλαδή απροσδόκητα, και σαν να μην το γνωρίζει κανείς, θα επιλάμψει και θα έλθει το τέλος του παρόντος αιώνος, έτσι λέει ότι θα γίνει η συντέλεια, όπως συνέβη στις ημέρες του Νώε και του Λωτ.—(B f. 165) Διότι ζούσαν με τρυφή, λέει, αμέριμνα, έτρωγαν, έπιναν, πουλούσαν, αγόραζαν, έχτιζαν. Αλλά τους μεν τους κατέστρεψε η ορμή των υδάτων, ενώ οι άλλοι έγιναν έργο και τροφή του θείου πυρός. Τι είναι λοιπόν αυτό που δηλώνεται από αυτά; Θέλει να αγρυπνούμε πάντοτε, και να είμαστε έτοιμοι για την απολογία ενώπιον του θείου βήματος. <Εκείνη την ημέρα όποιος θα είναι στο δώμα, και τα σκεύη του μέσα στο σπίτι, κ.λπ.> (A f. 235) Προστάζει να αδιαφορήσουμε για κάθε επίγειο και πρόσκαιρο πράγμα, και να αποβλέπουμε σε έναν σκοπό, στο ότι δηλαδή πρέπει ο καθένας να διασώσει την ψυχή του. Όποιος λοιπόν είναι, λέει, στο δώμα, ας μην κατέβει στο σπίτι για να πάρει τα σκεύη του. Φαίνεται δε ότι με αυτά, θέλει να υποδηλώσει αυτόν που βρίσκεται σε ανάπαυση, και σε πλούτο, και σε κοσμικές δόξες· διότι πάντοτε κάπως αυτοί που στέκονται στα δώματα, γίνονται περίβλεπτοι σε αυτούς που περιστοιχίζουν το σπίτι. Εάν λοιπόν κάποιος είναι τέτοιος, λέει, ας μη δίνει καμία σημασία, εκείνη τη στιγμή, στα σκεύη που βρίσκονται αποθηκευμένα στο σπίτι· διότι αυτά είναι άχρηστα και δεν συντελούν καθόλου στην ωφέλειά του. «Διότι δεν ωφελούν τους ανόμους οι θησαυροί», σύμφωνα με το γεγραμμένο, «η δικαιοσύνη όμως λυτρώνει από τον θάνατο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες