Προσδοκῶντος δὲ τοῦ ἄρχοντος, ἀκούσεσθαι λέγοντος τοῦ Χριστοῦ· Ἀποπήδησον τῶν Μωϋσέως γραμμάτων, καὶ πρόσιθι τοῖς δι᾽ ἐμοῦ θεσπίσμασι· τοῦτο μὲν οὐκ ἔφη, τὸν ἐνόντα σκοπὸν τῷ πειράζοντι θεοπρεπέστατα βλέπων· ὥσπερ δὲ οὐκ οὐσῶν ἑτέρων ἐντολῶν, πλὴν ὅτι μόνων τῶν διὰ Μωϋσέως, πέμπει τὸν ἄνθρωπον πρὸς αὐτὰς, καί φησι· <Τὰς ἐντολὰς οἶδας· Μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, κ.τ.λ.> (A f. 246 b) Ὁ μέν τοι νόμος πᾶν εἶδος ἀποφάσκει φαυλότητος, καὶ τοὺς τῆς ἀνοσιότητος κατακιβδηλεύει τρόπους· «Οὐ γὰρ μοιχεύσεις, φησὶν, οὐ φονεύσεις,» καὶ τὰ λοιπὰ ἐναργῶς ἀποφάσκων, τὸ μήτε χρῆναι φονεῖν, μήτε μὴν ἀλλοτρίοις γάμοις ἐπιμαίνεσθαι· καταδικάζων δὲ καὶ κλοπῆς, καὶ ἐπιορκίας, καὶ τοῦ ψευδομαρτυρεῖν, καὶ ποινὰς τοῖς πλημμελοῦσιν ὁρίζων. Εἶτα τῆς εἰς γονέας αἰδοῦς ἐπιμελητὰς γενέσθαι προστέταχεν, ἀξιόκτητα τοῖς εὐδοκιμεῖν ἐθέλουσι τὰ γέρα προθείς· «Τίμα γὰρ, φησὶ, τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἔσῃ μακροχρόνιος ἐπὶ τῆς γῆς.»— (A f. 247, D f. 59 b) Ἐνόμισεν ὁ δύστροπος καὶ δεινὸς εἰς κακουργίας, καίτοι Θεὸν ὄντα τὸν ἐρωτώμενον συναρπάσειν ἀκονιτὶ πρὸς τὸ αὐτῷ δοκοῦν ἀποκρινόμενον· ὁ δὲ Χριστὸς, καίτοι πονηρὸν ὄντα, οὐκ ἀπεσόβησεν. «
Μετάφραση
Ενώ λοιπόν ο άρχοντας περίμενε να ακούσει τον Χριστό να λέει: «Απομακρύνσου από τα γραπτά του Μωυσή και προσέγγισε τα δικά μου θεσπίσματα», δεν είπε αυτό, διαβλέποντας με τρόπο θεοπρεπέστατο τον εσωτερικό σκοπό αυτού που τον πείραζε. Αλλά σαν να μην υπήρχαν άλλες εντολές παρά μόνο εκείνες που δόθηκαν μέσω του Μωυσή, παραπέμπει τον άνθρωπο σε αυτές και λέει: «Ξέρεις τις εντολές: Μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, κ.λπ.» (A f. 246 b) Ο νόμος βέβαια αποκλείει κάθε είδος φαυλότητας και καταδικάζει τους τρόπους της ανοσιότητας. «Διότι δεν θα μοιχεύσεις», λέει, «δεν θα φονεύσεις», και τα υπόλοιπα, απαγορεύοντας ξεκάθαρα ότι ούτε πρέπει να φονεύει κανείς ούτε να επιθυμεί παράφορα τους γάμους των άλλων, καταδικάζοντας επίσης την κλοπή, την επιορκία και την ψευδομαρτυρία, και ορίζοντας ποινές για όσους αμαρτάνουν. Έπειτα, πρόσταξε να είναι επιμελείς στον σεβασμό προς τους γονείς, προβάλλοντας αξιόλογα έπαθλα για όσους θέλουν να ευδοκιμήσουν: «Τίμα», λέει, «τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη». (A f. 247, D f. 59 b) Νόμισε ο δύστροπος και ικανός στις κακουργίες ότι, αν και ο ερωτώμενος ήταν Θεός, θα τον παρέσυρε χωρίς κόπο να απαντήσει σύμφωνα με το δικό του θέλημα. Ο Χριστός όμως, παρόλο που αυτός ήταν πονηρός, δεν τον απομάκρυνε. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες