Οὐκ ἀγνοῶ δέ, ὅτι ὁ μέγας τῆς οἰκουμένης φωστὴρ ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν τῆς ὄντως αἰωνίου ζωῆς ἐπιθυμεῖν τὸν νεανίσκον τοῦτον ἐδέξατο, καὶ ἐρᾷν μὲν αὐτῆς, κατέχεσθαι δὲ πάθει μείζονι τῇ φιλαργυρίᾳ πλὴν οὐκ ἄχαρι καὶ ὃ νῦν προσετέθη, ὅτι ὡς φιλοχρήματος ἐπεθύμει ζωῆς αἰωνίου. «Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον, εἶπε· Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες, εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὃ δὲ εἶπε· Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ. Εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι οὐδείς ἐστιν, ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν, ἢ γονεῖς, ἢ ἀδελφούς, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὃς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.» Ἐπειδὴ ὁ πλούσιος ἀκούσας τὴν τῶν ὑπαρχόντων ἀπόκτησιν ἐλυπήθη, φησὶν ὁ Κύριος θαυμαστικῷ τῷ σχήματι, Πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες, εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! οὐκ εἶπεν ὅτι ἀδυνάτως ἔχουσιν εἰσελθεῖν, ἀλλὰ δυσκόλως. Οὐ γὰρ ἀδύνατον σωθῆναι τοὺς τοιούτους. Δυνατὸν γὰρ τὰ χρήματα προεμένους, ἐπιτυχεῖν τῶν ἄνω.
Μετάφραση
Δεν αγνοώ, βέβαια, ότι ο μέγας φωστήρας της οικουμένης, ο χρυσορρήμονας (Ιωάννης ο Χρυσόστομος), δέχθηκε πως ο νεανίσκος αυτός επιθυμούσε την όντως αιώνια ζωή, και ότι την αγαπούσε μεν, αλλά κατεχόταν από ένα μεγαλύτερο πάθος, τη φιλαργυρία. Ωστόσο, δεν στερείται χάριτος και αυτό που προστέθηκε τώρα, ότι δηλαδή ως φιλοχρήματος επιθυμούσε αιώνια ζωή. «Βλέποντάς τον ο Ιησούς να γίνεται περίλυπος, είπε: Πόσο δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού! Διότι είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού. Και εκείνοι που τον άκουσαν είπαν: Και ποιος μπορεί να σωθεί; Εκείνος δε απάντησε: Τα αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό. Είπε τότε ο Πέτρος: Ιδού, εμείς τα αφήσαμε όλα. Εκείνος δε του είπε: Αληθινά σας λέω, πως δεν υπάρχει κανείς που άφησε σπίτι, ή γονείς, ή αδελφούς, ή γυναίκα, ή παιδιά ένεκα της βασιλείας του Θεού, ο οποίος να μην απολάβει πολλαπλάσια στον καιρό τούτο, και στον ερχόμενο αιώνα αιώνια ζωή». Επειδή ο πλούσιος, ακούγοντας για την αποποίηση των υπαρχόντων, λυπήθηκε, ο Κύριος λέει με θαυμαστικό σχήμα λόγου: Πόσο δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού! Δεν είπε ότι τους είναι αδύνατο να εισέλθουν, αλλά δύσκολο. Διότι δεν είναι αδύνατο να σωθούν τέτοιοι άνθρωποι. Αφού είναι δυνατόν, αν εγκαταλείψουν τα χρήματα, να επιτύχουν τα άνω αγαθά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες