Διὰ γὰρ τῆς σαρκὸς, θεωρητὸς ὁ Λόγος κατέστη, ὁρατῆς οὔσης καὶ ψηλαφητῆς καὶ ἀντιτύπου, ἀθεώρητος ὢν τὸ καθ᾽ ἑαυτόν· καὶ πάλιν ὁ Ἰωάννης ἐν τῇ Ἐπιστολῇ· «Ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ Λόγου ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη.» Οὐκ ἀκούεις ὅτι ψηλαφητὴν ὀνομάζει τὴν ζωήν; ἵνα ἐνανθρωπήσαντα νοῇς τὸν Υἱὸν, καὶ ὁρατὸν μὲν κατὰ σάρκα, ἀόρατον δὲ κατὰ τὴν θεότητα. <Οὗτος ἔσται μέγας, καὶ Υἱὸς Ὑψίστου κληθήσεται.> (A f. 17) Ἰσοκλεὴς γὰρ τῷ φύσαντι, κατὰ πᾶν ὁτιοῦν ἰσομέτρως ἔχων ὁ ἐξ αὐτοῦ πεφηνὼς Υἱὸς νοοῖτ᾽ ἂν εἰκότως. Οὐ γὰρ ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος οἰκονομικῶς, μειονεκτεῖτο κατά τι γοῦν ὅλως αὐτοῦ· οὐδὲν γὰρ εἰς ἰδίαν ἠδικήθη φύσιν, ἀπό γε τῶν καθ᾽ ἡμᾶς γενέσθαι δι᾽ ἡμᾶς· ἐπειδὴ ἄτρεπτος κατὰ φύσιν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος· διὰ τοῦτο καὶ Θεὸς καὶ Ὕψιστος καὶ Κύριος ὀνομάζεται καὶ διὰ τῆς ἀγγέλων φωνῆς. <Ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.> (E f. 50 b, F f. 734) Ἀποροῦσι δὲ πάλιν τινὲς, εἰ ὁ τῶν ὅλων Θεὸς τὰ γενόμενα ἤδη καὶ πραχθέντα, δύναται ποιῆσαι μὴ γεγενῆσθαί ποτε· κατὰ τὸ, «Οὐκ ἀδυνατήσει αὐτῷ πᾶν ῥῆμα.» Οὐ γὰρ λέγομεν ὡς μὴ γενόμενα, ἀλλὰ μὴ γεγενῆσθαι τὴν ἀρχήν· οἷον εἰ τὴν πόρνην δύναται ποιῆσαι παρθένον ἐκ κοιλίας μητρὸς, ἵνα μήτε εἴη ποτὲ πόρνη, μήτε λέγοιτο, ὅτι παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατα, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ.
Μετάφραση
Διότι μέσω της σάρκας, ο Λόγος κατέστη ορατός, εφόσον αυτή είναι ορατή και ψηλαφητή και στερεή, ενώ ο ίδιος καθεαυτόν ήταν αθέατος· και πάλι ο Ιωάννης στην Επιστολή αναφέρει: «Εκείνο που υπήρχε από την αρχή, εκείνο που έχουμε ακούσει, εκείνο που έχουμε δει με τα μάτια μας, και τα χέρια μας ψηλάφησαν περί του Λόγου της ζωής, και η ζωή φανερώθηκε». Δεν ακούς ότι ονομάζει τη ζωή ψηλαφητή; Για να εννοήσεις τον Υιό ως ενανθρωπήσαντα, και ορατό μεν κατά τη σάρκα, αόρατο δε κατά τη θεότητα. <Αυτός θα είναι μέγας, και Υιός του Υψίστου θα κληθεί.> (A f. 17) Διότι ο Υιός που φανερώθηκε από αυτόν εύλογα μπορεί να νοηθεί ως ίσος στη δόξα με εκείνον που τον γέννησε, έχοντας σε καθετί ακριβώς το ίδιο μέτρο. Διότι το ότι έγινε άνθρωπος κατ' οικονομίαν δεν σημαίνει ότι μειονεκτούσε απολύτως σε κάτι έναντι αυτού· διότι δεν υπέστη καμία βλάβη ως προς τη δική του φύση από το ότι έγινε σαν εμάς για χάρη μας· επειδή ο Λόγος του Θεού είναι κατά φύση άτρεπτος· γι' αυτό και ονομάζεται Θεός και Ύψιστος και Κύριος και από τη φωνή των αγγέλων. <Διότι τίποτα δεν θα είναι αδύνατο για τον Θεό.> (E f. 50 b, F f. 734) Απορούν, πάλι, μερικοί, αν ο Θεός των όλων δύναται να κάνει τα ήδη γενόμενα και πεπραγμένα να μην έχουν γίνει ποτέ· σύμφωνα με το, «Κανένας λόγος δεν θα του είναι αδύνατος». Διότι δεν λέμε ως μη γενόμενα, αλλά να μην έχουν γίνει εξ αρχής· όπως, για παράδειγμα, αν δύναται να κάνει την πόρνη παρθένο από την κοιλιά της μητέρας της, ώστε ούτε να υπήρξε ποτέ πόρνη ούτε να λέγεται τέτοια, επειδή όσα είναι αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες