Ἐρώτ. λʹ. Τίς ἐστιν ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας, ὁ μήτε τὸν Θεὸν φοβούμενος, μήτε ἄνθρωπον ἐντρεπόμενος; Ἀπόκ. Ὁ Θεός· οὔτε γὰρ Θεὸν ἔχει, ὃν φοβηθήσεται, οὔτε ἄνθρωπον ἐντραπήσεται. «Χήρα δέ τις ἦν ἐν τῇ πόλει.» Τίς δὲ ἡ χήρα ἐκείνη; ἡ παντὸς ἀνθρώπου ψυχὴ, ἥ ποτε τὸν διάβολον ἄνδρα ἔχουσα, καὶ ἀποῤῥίψασα αὐτὸν, τὸν δὲ Χριστὸν ἐνστερνισαμένη, χήρα τυγχάνει, καὶ δέεται καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα, τὸν κριτὴν παρακαλοῦσα καὶ ὀδυρομένη καὶ λέγουσα· «Ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου.» Ἐρώτ. λαʹ. Τίς δέ ἐστιν ὁ ἀντίδικος;
Μετάφραση
Ερώτ. λ΄. Ποιος είναι ο κριτής της αδικίας, ο οποίος ούτε τον Θεό φοβάται, ούτε άνθρωπο ντρέπεται; Απόκ. Ο Θεός· διότι ούτε Θεό έχει, για να φοβηθεί, ούτε άνθρωπο πρόκειται να ντραπεί. «Υπήρχε δε κάποια χήρα στην πόλη». Και ποια είναι η χήρα εκείνη; Είναι η ψυχή κάθε ανθρώπου, η οποία, ενώ κάποτε είχε τον διάβολο ως σύζυγο, αφού τον απέρριψε και εγκολπώθηκε τον Χριστό, παραμένει χήρα και δέεται κάθε μέρα και νύχτα, παρακαλώντας τον κριτή, οδυρόμενη και λέγοντας: «Δικαίωσέ με απέναντι στον αντίδικό μου». Ερώτ. λα΄. Και ποιος είναι ο αντίδικος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες