Ἀπόκ. Ὁ διάβολος, ὁ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατῶν, ζητῶν τίνα καταπίῃ.» Ἐρώτ. λβʹ. Τί δὲ εἶπεν ὁ κριτής· «Εἰ καὶ τὸν Θεὸν οὐ φοβοῦμαι, καὶ ἄνθρωπον οὐκ ἐντρέπομαι, ἀλλ᾽ οὖν ἐκδικήσω αὐτὴν, ἵνα μὴ ἐρχομένη ὑπωπιάζῃ με.» Καὶ ἐπιφέρει ὁ Κύριος λέγων· «Ἀκούσατε, τί λέγει ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας,» ὁ Θεός· ἐπειδὴ κρίνει καὶ κατακρίνει τοὺς ἀδίκους. «Δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται.» Ἐρώτ. λγʹ. Πῶς νοητέον, ὅτι «Ὁ ἔχων ἱμάτιον, πωλησάτω αὐτὸ, καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν;» Ἀπόκ. Τοῦτο εἶπε γνωρίσαι θέλων ὁ Κύριος τοῖς ἀποστόλοις τὴν προδοσίαν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἔφοδον τῶν Ἰουδαίων. Οὔτε οὖν τελείως παρεσιώπησεν, ἵνα μὴ τῇ ἀθρόᾳ ἐφόδῳ ταραχθῶσιν, οὔτε πάλιν τελείως ἐγνώρισεν, ἵνα μὴ δειλίᾳ τινὶ κατασχεθῶσιν.
Μετάφραση
Απόκ. Ο διάβολος, ο οποίος «περιφέρεται ως ωρυόμενος λέων, ζητώντας ποιον να καταπιεί». Ερώτ. λβ΄. Τι είπε όμως ο κριτής; «Αν και τον Θεό δεν φοβάμαι, και άνθρωπο δεν ντρέπομαι, εντούτοις θα της αποδώσω δικαιοσύνη, για να μην έρχεται και με ενοχλεί διαρκώς». Και προσθέτει ο Κύριος λέγοντας: «Ακούστε τι λέει ο κριτής της αδικίας», [εννοώντας] τον Θεό· επειδή κρίνει και καταδικάζει τους αδίκους. «Διότι για τον δίκαιο δεν έχει τεθεί νόμος.» Ερώτ. λγ΄. Πώς πρέπει να νοηθεί το ότι «Εκείνος που έχει ιμάτιο, ας το πουλήσει και ας αγοράσει μάχαιρα»; Απόκ. Αυτό το είπε ο Κύριος, θέλοντας να γνωστοποιήσει στους αποστόλους την προδοσία Του και την έφοδο των Ιουδαίων. Επομένως, ούτε το αποσιώπησε εντελώς, για να μην ταραχθούν από την αιφνίδια έφοδο, ούτε πάλι το φανέρωσε πλήρως, για να μην κυριευθούν από κάποια δειλία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες