Οἶδεν ἡ πίστις πρὸς πάντα μάχεσθαι καὶ πάντα νικᾷν· διὸ ἐπετίμων, ὁ δὲ πιστὸς οὐχ ὑπεστέλλετο, ἀλλ᾽ ἠκολούθει τῷ Δεσπότῃ, εἰδὼς ὅτι καλὴ ἡ ὑπὲρ εὐσεβείας ἀναίδεια· εἰ γὰρ ὑπὲρ χρημάτων ἀναιδεῖς πολλοὶ, ὑπὲρ σωτηρίας ψυχῆς οὐ χρὴ τὴν καλὴν ἀναίδειαν ἐνδύσασθαι;—(A f. 251 b, D f. 61 b) Ἵστησι τὸν Κύριον ἡ φωνὴ τοῦ μετὰ πίστεως ἐπικαλουμένου· καὶ τετίμηται εἰκότως παρὰ Χριστοῦ ὁ τυφλός· κέκληται γὰρ παρ᾽ αὐτοῦ, καὶ ἐγγὺς γενέσθαι προστέτακται, ἵν᾽ ὁ ἐγγίσας αὐτῷ τῇ πίστει πρότερον, πλησιάσῃ καὶ τῷ σώματι· καὶ ἡμᾶς οὖν ἡ πίστις παρίστησι καὶ ἐγγὺς ἀποφέρει Χριστοῦ, ὥστε καὶ λόγων ἀξιωθῆναι τῶν παρ᾽ αὐτοῦ. Ἐγγὺς γὰρ ἐνεχθέντα τὸν τυφλὸν, ἤρετο λέγων· «Τί σοι θέλεις ἵνα ποιήσω;» Ἆρ᾽ οὖν ἠγνόει τὴν αἴτησιν; καὶ πῶς ἂν ἔχοι τοῦτο λόγον; Ἠρώτα τοίνυν οἰκονομικῶς, ἵνα δὴ μάθοιεν οἱ περιεστηκότες, ἤγουν συμβαδίζοντες, ὡς οὐ χρήματα μᾶλλον αἰτεῖ αὐτὸν, ἀλλ᾽ ἐνέργειαν θεϊκὴν ὡς παρὰ Θεοῦ.—(A f. 255, D f. 61 b) Ἆρ᾽ οὖν ἀπηλλάττετο μὲν τοῦ νοσεῖν ὁ τυφλὸς, κατημέλει δὲ τοῦ εἶναι φιλόχριστος; Οὐδαμῶς· ἀλλὰ τοῖς ἔργοις τὴν εὐγνωμοσύνην ἐπεδείκνυτο. Καὶ διττῆς ἠλευθέρωτο τυφλότητος, τῆς τε σωματικῆς, καὶ τῆς εἰς νοῦν καὶ καρδίαν· οὐ γὰρ ἂν ἐδόξασεν αὐτὸν ὡς Θεὸν, εἰ μὴ ἀνέβλεψεν ὄντως. Γέγονε δὲ καὶ ἑτέροις πρόφασις τοῦ δοξάζειν αὐτόν.
Μετάφραση
Η πίστη γνωρίζει να μάχεται ενάντια σε όλα και να νικά τα πάντα· γι' αυτό τον επέπλητταν, ο πιστός όμως δεν υποχωρούσε, αλλά ακολουθούσε τον Δεσπότη, γνωρίζοντας ότι είναι καλή η αναίδεια υπέρ της ευσέβειας· διότι αν για τα χρήματα πολλοί γίνονται αναιδείς, για τη σωτηρία της ψυχής δεν πρέπει να ντυθεί κανείς την καλή αναίδεια;—(A f. 251 b, D f. 61 b) Η φωνή εκείνου που επικαλείται με πίστη σταματά τον Κύριο· και δικαίως τιμήθηκε ο τυφλός από τον Χριστό· διότι κλήθηκε από Αυτόν, και διατάχθηκε να έρθει κοντά, ώστε αυτός που πρώτα Τον πλησίασε με την πίστη, να Τον πλησιάσει και με το σώμα· και εμάς, λοιπόν, η πίστη μάς παραστέκει και μας φέρνει κοντά στον Χριστό, ώστε να αξιωθούμε των λόγων Του. Διότι, όταν έφεραν κοντά τον τυφλό, τον ρώτησε λέγοντας: «Τι θέλεις να σου κάνω;» Μήπως, λοιπόν, αγνοούσε το αίτημα; Και πώς θα ήταν λογικό αυτό; Ρωτούσε, επομένως, από θεία οικονομία, ώστε να μάθουν οι παρευρισκόμενοι, ή μάλλον αυτοί που βάδιζαν μαζί Του, ότι δεν Του ζητά χρήματα, αλλά θεϊκή ενέργεια, ως από Θεό.—(A f. 255, D f. 61 b) Άραγε ο τυφλός απαλλάχτηκε μεν από την ασθένεια, αλλά παραμέλησε το να είναι φιλόχριστος; Σε καμία περίπτωση· αλλά με τα έργα του αποδείκνυε την ευγνωμοσύνη του. Και είχε ελευθερωθεί από διπλή τυφλότητα, τόσο από τη σωματική, όσο και από την τυφλότητα του νου και της καρδιάς· διότι δεν θα Τον δοξολογούσε ως Θεό, αν δεν είχε αναβλέψει πραγματικά. Έγινε δε και για άλλους αφορμή να Τον δοξολογούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες