Καὶ γοῦν ὁ προὔχων ἐν μαθηταῖς, συνεὶς οὔπω τοῦ μυστηρίου τὸ βάθος, ἀντανίστατο λέγων· «Ἵλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο.» Ἐπετιμήθη δὲ τοῦτο λέγων. Ἐπεὶ δὲ ἀνεβίω Χριστὸς ἐκ νεκρῶν, διήνοιξεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καθ᾽ ὃ γέγραφέ τις τῶν ἁγίων εὐαγγελιστῶν· κατεφωτίσθησαν γὰρ, τὴν τοῦ Πνεύματος μέθεξιν ἀμφιλαφῆ πλουτήσαντες· ὡς λέγειν· «Καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες, ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν.» <Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβὶδ, ἐλέησόν με.> (A f. 251 b, C f. 146 b) Προσῆλθε μὲν οὗτος ὡς Θεῷ τῷ πάντα ἰσχύοντι· ὀνομάζει δὲ αὐτὸν υἱὸν Δαβίδ· τεθραμμένος γὰρ ἐν Ἰουδαϊσμῷ, καὶ αὐθιγενὴς ὑπάρχων, οὐκ ἠγνόησε τὰ διά γε τοῦ νόμου καὶ τῶν ἁγίων προφητῶν περὶ αὐτοῦ προηγορευμένα, καὶ ὡς ἐκ γένους ὑπῆρχε τοῦ Δαβὶδ τὸ κατὰ σάρκα. Οὐκοῦν ὡς ἤδη πεπιστευκὼς ὅτι Θεὸς ὢν ὁ Λόγος, ὑπέμεινεν ἑκὼν τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν, τὴν ἀπό γε, φημὶ, τῆς ἁγίας Παρθένου, πρόσεισιν ὡς Θεῷ, λέγων· «Ἐλέησόν μου, υἱὲ Δαβίδ·» Ὅτι γὰρ οὕτω διατεθεὶς προσεκόμισε τὴν ἱκετηρίαν, ἐπιμαρτυρήσει λέγων αὐτῷ ὁ Χριστός· «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.»
Μετάφραση
Και έτσι, ο προεξάρχων από τους μαθητές, μην έχοντας κατανοήσει ακόμη το βάθος του μυστηρίου, του εναντιώθηκε λέγοντας: «Ο Θεός να σε σπλαγχνιστεί, Κύριε, δεν πρόκειται να σου συμβεί αυτό». Όμως, λέγοντάς το αυτό, επιπλήχθηκε. Όταν όμως ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, τους άνοιξε τα μάτια, σύμφωνα με όσα έγραψε κάποιος από τους άγιους ευαγγελιστές. Διότι φωτίστηκαν πλήρως, έχοντας πλουτίσει με την άφθονη μέθεξη του Πνεύματος, ώστε να λένε: «Και έχουμε βεβαιότερο τον προφητικό λόγο, στον οποίο καλά κάνετε και προσέχετε, σαν σε λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, έως ότου ξημερώσει η ημέρα και ανατείλει ο φωσφόρος στις καρδιές σας.» <Ιησού, υιέ Δαβίδ, ελέησόν με.> (A f. 251 b, C f. 146 b) Αυτός τον πλησίασε μεν ως τον παντοδύναμο Θεό· αλλά τον ονομάζει υιό Δαβίδ· διότι, έχοντας ανατραφεί μέσα στον Ιουδαϊσμό και όντας γηγενής, δεν αγνοούσε τα όσα είχαν προαναγγελθεί γι' αυτόν μέσα από τον νόμο και τους άγιους προφήτες, και ότι καταγόταν από το γένος του Δαβίδ κατά σάρκα. Επομένως, έχοντας ήδη πιστέψει ότι ο Λόγος, αν και είναι Θεός, υπέμεινε εκούσια τη γέννηση κατά σάρκα, εννοώ από την αγία Παρθένο, τον πλησιάζει ως Θεό, λέγοντας: «Ελέησόν με, υιέ Δαβίδ.» Διότι, το γεγονός ότι του προσέφερε την ικεσία έχοντας αυτή τη διάθεση, το επιβεβαιώνει ο Χριστός λέγοντάς του: «Η πίστη σου σε έσωσε.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες