Κεφάλ. αʹ. ΛΟΥΚΑΣ. Εἶπε δὲ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς, ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιποὺς, τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι· ὁ εἷς Φαρισαῖος, ὁ δὲ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος, σταθεὶς, πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεὸς, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης. Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου· ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης, μακρόθεν ἑστὼς, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι· ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· Ὁ Θεὸς, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὑτοῦ, ἤπερ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν, ταπεινωθήσεται· καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν, ὑψωθήσεται.
Μετάφραση
Κεφάλαιο Α΄. ΛΟΥΚΑΣ. Είπε δε την παραβολή αυτήν προς μερικούς οι οποίοι είχαν την πεποίθηση στον εαυτό τους ότι είναι δίκαιοι και εξουθένωναν τους υπολοίπους: Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν· ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος, αφού στάθηκε, προσευχόταν από μέσα του τα εξής: Θεέ μου, σε ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή έστω και σαν αυτόν τον τελώνη. Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα· δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ. Και ο τελώνης, ενώ στεκόταν μακριά, δεν ήθελε ούτε τα μάτια να σηκώσει στον ουρανό· αλλά χτυπούσε το στήθος του λέγοντας: Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό. Σας λέγω, αυτός κατέβηκε στο σπίτι του δικαιωμένος παρά ο άλλος· διότι καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες