Εἰ μὲν γὰρ ἐκεῖνος μὲν τοῦ θεοῦ υἱός, ἡμεῖς δὲ τοῦ υἱοῦ υἱοὶ καλούμεθα, πιθανὸν ἦν αὐτῶν τὸ πλάσμα· εἰ δὲ τοῦ θεοῦ καὶ ἡμεῖς υἱοὶ λεγόμεθα, οὗ καὶ αὐτός ἐστιν υἱός, δηλονότι καὶ ἡμεῖς τοῦ πατρὸς μετέχομεν τοῦ λέγοντος· «υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα». εἰ μὴ γὰρ μετείχομεν αὐτοῦ, οὐκ ἔλεγεν· ‘ἐγέννησα’· εἰ δὲ αὐτὸς ἐγέννησεν, οὐχ ἕτερος ἀλλ᾽ αὐτὸς ἡμῶν ἐστι πατήρ. καὶ οὐ διαφέρει πάλιν, εἰ πλέον ἐκεῖνος ἔχει καὶ πρῶτον γέγονεν· ἡμεῖς δὲ εἰ ἔλαττον καὶ ὕστερον γεγόναμεν, ἕως τοῦ αὐτοῦ πάντες μετέχομεν καὶ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς υἱοὶ λεγόμεθα. τὸ γὰρ πλέον καὶ ἔλαττον οὐ τὴν φύσιν ἄλλην δείκνυσιν· ἑκάστῳ γὰρ τῆς ἀρετῆς ἡ πρᾶξις τοῦτο προστίθησι. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ δέκα πόλεων, ὁ δὲ ἐπὶ πέντε καθίσταται· καὶ οἱ μὲν καθέζονται «ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ», οἱ δὲ ἀκούουσι· «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου»· καί· «εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ». τοιαῦτα μὲν οὖν ἐκεῖνοι φρονοῦντες εἰκότως φαντάζονται τοιούτου υἱοῦ ἀεὶ μὴ εἶναι τὸν θεὸν πατέρα μηδὲ τὸν τοιοῦτον υἱὸν ἀεὶ εἶναι, ἀλλ᾽ ἐξ οὐκ ὄντων κτίσμα γεγενῆσθαι καὶ μὴ εἶναι πρὶν γεννηθῇ· ἄλλος γάρ ἐστιν οὗτος παρὰ τὸν ἀληθινὸν τοῦ θεοῦ υἱόν.
Μετάφραση
Διότι, εάν εκείνος μεν ονομάζεται Υιός του Θεού, και εμείς ονομαζόμαστε υιοί του Υιού, τότε το επινόημά τους θα ήταν αληθοφανές· εάν όμως και εμείς ονομαζόμαστε υιοί του Θεού, του Οποίου και αυτός είναι Υιός, είναι προφανές ότι και εμείς μετέχουμε στον Πατέρα, ο οποίος λέει: «υιούς γέννησα και ύψωσα». Διότι, εάν δεν μετείχαμε σε αυτόν, δεν θα έλεγε: «γέννησα»· εάν όμως αυτός γέννησε, δεν είναι κάποιος άλλος, αλλά αυτός ο ίδιος είναι Πατέρας μας. Και δεν υπάρχει διαφορά, πάλι, εάν εκείνος έχει κάτι περισσότερο και έγινε πρώτος, ενώ εμείς έχουμε κάτι λιγότερο και γίναμε ύστερα, εφόσον όλοι μετέχουμε στον ίδιο και ονομαζόμαστε υιοί του ίδιου Πατέρα. Διότι το περισσότερο και το λιγότερο δεν φανερώνουν διαφορετική φύση, αφού αυτό το προσθέτει στον καθένα η πράξη της αρετής. Και άλλος μεν καθίσταται άρχοντας σε δέκα πόλεις, και άλλος σε πέντε· και άλλοι μεν κάθονται «σε δώδεκα θρόνους κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ», ενώ άλλοι ακούνε: «ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου» και «εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ». Εφόσον, λοιπόν, εκείνοι έχουν τέτοια φρονήματα, εύλογα φαντάζονται ότι ο Θεός δεν είναι πάντοτε Πατέρας ενός τέτοιου υιού, ούτε ότι ένας τέτοιος υιός υπάρχει πάντοτε, αλλά ότι είναι κτίσμα που έγινε εκ του μη όντος και ότι δεν υπήρχε πριν γεννηθεί. Διότι αυτός είναι διαφορετικός από τον αληθινό Υιό του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες