ΚΕΦΑΛ. ΙΘʹ. <Ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος.> (A f. 252, B f. 173, C f. 146 b, D f. 62) Ἀρχιτελώνης ἦν ὁ Ζακχαῖος, ἐν ἐπιτάσει τε πολλῇ παρ᾽ αὐτῷ φιλάργυρον, καὶ τῆς πλεονεξίας ὁ σκοπός· τοῦτο γὰρ τοῖς τελώναις τὸ ἐπιτήδευμα· ταύτην δὲ καὶ εἰδωλολατρείαν ὀνομάζει ὁ Παῦλος, ὡς τάχα πρέπουσαν μόνοις τοῖς οὐκ εἰδόσι Θεόν. Ταύτῃτοι καὶ μάλα εἰκότως παῤῥησίαν ἀναιδῆ τοῖς προσώποις ἐνδύσαντας τοὺς τελώνας, πόρναις συντέταχεν ὁ Κύριος, οὕτω λέγων τοῖς Ἰουδαίων καθηγηταῖς· «Αἱ πόρναι καὶ οἱ τελῶναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.» Ἀλλ᾽ οὐ μεμένηκεν ἐν τούτοις ὁ Ζακχαῖος, ἠξιώθη δὲ φειδοῦς τῆς παρὰ Χριστοῦ· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ καλῶν ἐγγὺς τοὺς μακρὰν, καὶ φωτίζων τοὺς ἐσκοτισμένους. Ὁποία δὲ γέγονε τῷ Ζακχαίῳ τῆς ἐπιστροφῆς ἡ ὁδὸς, φέρε ἴδωμεν.—(B f. 173 b) Ἐπεθύμησεν ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν· ἐβλάστησε γὰρ ἐν αὐτῷ σπέρμα σωτηρίας. Τεθέαται τοῦτο Χριστὸς τοῖς τῆς θεότητος ὀφθαλμοῖς· ἀναβλέψας οὖν εἶδεν αὐτὸν καὶ τοῖς τῆς ἀνθρωπότητος· καὶ ἐπειδὴ σκοπὸς ἦν αὐτῷ πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι, προτείνει τὴν ἡμερότητα· καὶ παραθαῤῥύνων αὐτὸν λέγει· «Σπεύσας κατάβηθι·» ἐζήτει γὰρ αὐτὸν θεάσασθαι, καὶ ἐκώλυεν αὐτὸν ὁ ὄχλος, οὐ τοσοῦτον ὁ τῶν ἀνθρώπων, ὅσον ὁ τῶν ἁμαρτημάτων.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ'. <Ιδού άνδρας που ονομαζόταν Ζακχαίος.> (A f. 252, B f. 173, C f. 146 b, D f. 62) Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης, και σε αυτόν η φιλαργυρία βρισκόταν σε μεγάλη ένταση, όπως και ο σκοπός της πλεονεξίας· διότι αυτό είναι το επιτήδευμα των τελωνών. Αυτήν δε την ονομάζει ειδωλολατρία ο Παύλος, επειδή τάχα αρμόζει μόνο σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό. Για τον λόγο αυτό και πολύ εύλογα, ο Κύριος, επειδή οι τελώνες έχουν ενδυθεί στα πρόσωπά τους αναιδή θρασύτητα, τους κατέταξε μαζί με τις πόρνες, λέγοντας έτσι στους καθοδηγητές των Ιουδαίων: «Οι πόρνες και οι τελώνες σας προλαβαίνουν στη βασιλεία του Θεού.» Αλλά ο Ζακχαίος δεν παρέμεινε σε αυτά, αλλά αξιώθηκε την ευσπλαχνία του Χριστού· διότι αυτός είναι που καλεί κοντά αυτούς που βρίσκονται μακριά, και φωτίζει τους εσκοτισμένους. Ποια όμως υπήρξε για τον Ζακχαίο η οδός της επιστροφής, ελάτε να δούμε.— (B f. 173 b) Επιθύμησε να δει τον Ιησού· διότι βλάστησε μέσα του το σπέρμα της σωτηρίας. Ο Χριστός το είδε αυτό με τα μάτια της θεότητας· σηκώνοντας λοιπόν το βλέμμα του, τον είδε και με τα μάτια της ανθρωπότητας· και επειδή σκοπός του ήταν να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, του δείχνει την πραότητά Του· και ενθαρρύνοντάς τον λέει: «Κατέβα γρήγορα»· διότι ζητούσε να τον δει, και τον εμπόδιζε ο όχλος, όχι τόσο των ανθρώπων, όσο των αμαρτημάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες