Ἀλλ᾽ ὅμως ἡ πονηρία τῶν κωλυόντων, αὐτοὺς μὲν κατέκρινε, τῇ δὲ οἰκονομίᾳ οὐκ ἐνεπόδισε. Κρατήσας γὰρ τῆς βασιλείας καὶ διανείμας τοῖς δούλοις κατὰ τὴν ἀξίαν τῆς ἑκάστου αὐτῶν ἐργασίας, ἐκέλευσεν αὐτοὺς φωνηθῆναι, ἵνα γνῷ τί ἐπραγματεύσαντο. Καὶ τῷ μὲν πρώτῳ, δέκα μνᾶς προσεργαμένῳ, ἔδωκεν ἐξουσίαν ἐπάνω δέκα πόλεων· τῷ δὲ δευτέρῳ, πέντε μνᾶς προσπορίσαντι, λέγει· Γίνου ἐπάνω πέντε πόλεων. Τὸν δὲ ἐν σουδαρίῳ ἄπρακτον αὐτὴν ἀποδήσαντα, ἀφαιρεθῆναι προσέταξεν.
Μετάφραση
Αλλ' όμως, η πονηρία εκείνων που τον εμπόδιζαν, τους μεν ίδιους τους καταδίκασε, τη δε θεία οικονομία δεν την εμπόδισε. Διότι, αφού ανέλαβε τη βασιλεία και μοίρασε στους δούλους ανάλογα με την αξία της εργασίας του καθενός από αυτούς, διέταξε να κληθούν, για να μάθει τι αποκόμισαν. Και στον μεν πρώτο, ο οποίος εργάστηκε και κέρδισε δέκα μνες, έδωσε εξουσία πάνω σε δέκα πόλεις· στον δε δεύτερο, ο οποίος απέφερε πέντε μνες, λέει: Ανάλαβε την εξουσία πάνω σε πέντε πόλεις. Από εκείνον δε που την έδεσε μέσα σε σουδάριο και την άφησε αναξιοποίητη, πρόσταξε να του αφαιρεθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες