Καὶ μέντοι οὗτοι οἱ ἄθλιοι κἀνταῦθα, ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ φημί, κατεσφάγησαν ὑπὸ τῶν Ῥωμαϊκῶν στρατευμάτων, τηρούμενοι καὶ φυλαξόμενοι τῇ ἐκεῖ σφαγῇ. «Καὶ ἐγένετο ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθφαγή, καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰπών· Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι, εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε, καὶ ἐάν τις ὑμᾶς ἐρωτᾷ, Διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι Ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. Ἀπελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι, εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς. Λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον, εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· Τί λύετε τὸν πῶλον; Οἱ δὲ εἶπον· Ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.
Μετάφραση
Και βέβαια, αυτοί οι άθλιοι και εδώ, σε αυτόν τον κόσμο εννοώ, κατασφάχτηκαν από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, ενώ διατηρούνταν και φυλάσσονταν για την εκεί σφαγή. «Και συνέβη, καθώς πλησίασε στη Βηθφαγή και τη Βηθανία, προς το όρος που ονομάζεται των Ελαιών, απέστειλε δύο από τους μαθητές του, λέγοντας: Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό, στο οποίο μπαίνοντας, θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο κανένας άνθρωπος δεν κάθισε ποτέ· λύστε το και φέρτε το, και εάν κάποιος σας ρωτήσει: Γιατί το λύνετε; έτσι θα του πείτε, ότι ο Κύριος το χρειάζεται. Αφού αναχώρησαν λοιπόν οι απεσταλμένοι, τα βρήκαν καθώς τους είχε πει. Και ενώ έλυναν το πουλάρι, οι κύριοί του τους είπαν: Γιατί λύνετε το πουλάρι; Εκείνοι δε απάντησαν: Ο Κύριος το χρειάζεται».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες