Ταῦτα δὲ ἦν, ἡ πίστις, ἡ ὑπακοὴ, τὸ ἀπέχεσθαι τῶν τύπων καὶ τῆς ἐν νόμῳ λατρείας· ἀνθελέσθαι δὲ μᾶλλον τὴν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, δῆλον δὲ ὅτι τὴν διὰ Χριστοῦ. <Νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου.> (A f. 260 b) Οὐ γὰρ ἦσαν ἄξιοι τοῦ εἰδέναι, ἤγουν συνιέναι, τὰς θεοπνεύστους Γραφὰς, αἳ τὸ Χριστοῦ λαλοῦσι μυστήριον· «Ἄχρι γὰρ σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μένει· ἡνίκα γὰρ ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται μὴ ἀνακαλυπτόμενον.» ὅτι ἐν Χριστῷ καταργεῖται· αὐτὸς γὰρ ὢν ἡ ἀλήθεια, παύει τὴν σκιάν· ἐπειδὴ δὲ τοῖς τοῦ νόμου τύποις οὐ προσεσχήκασιν, οὐ τεθέανται τὴν ἀλήθειαν· ἀναξίους ἀπέφηναν ἑαυτοὺς τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας οἱ ἐξ Ἰσραήλ. Ταύτῃ τοι καὶ ὁσίᾳ ψήφῳ Θεοῦ κατεκρύπτοντο· κέκρυπται τοίνυν ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλὴμ τὰ τῆς πρὸς Θεὸν εἰρήνης ἐμποιητικὰ, ὧν ἔν ἐστι καὶ πρῶτον ἡ πίστις, δικαιοῦσα τὸν ἀσεβῆ καὶ συνάπτουσα δι᾽ ἁγιασμοῦ καὶ δικαιοσύνης τῷ πανάγνῳ Θεῷ τοὺς ἔχοντας αὐτήν. <Ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἔγνως καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.> (A f. 261) Ποίας ἐπισκοπῆς; Τῆς διά γε, φημὶ, τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· καὶ φανερὰ ἡ ἔκβασις.
Μετάφραση
Αυτά δε ήταν: η πίστη, η υπακοή, η αποχή από τους τύπους και τη λατρεία κατά τον νόμο· και το να προτιμήσουν μάλλον τη λατρεία εν πνεύματι και αληθεία, δηλαδή σαφώς αυτήν διά του Χριστού. <Τώρα όμως κρύφτηκαν από τα μάτια σου.> (A f. 260 b) Διότι δεν ήταν άξιοι να γνωρίσουν, δηλαδή να κατανοήσουν, τις θεόπνευστες Γραφές, οι οποίες ομιλούν για το μυστήριο του Χριστού: «Διότι μέχρι σήμερα το ίδιο κάλυμμα παραμένει κατά την ανάγνωση της Παλαιάς Διαθήκης· όταν δηλαδή διαβάζεται ο Μωυσής, υπάρχει ένα κάλυμμα πάνω στην καρδιά τους, το οποίο δεν ανασηκώνεται», επειδή αυτό καταργείται εν Χριστώ. Διότι Αυτός, όντας η αλήθεια, καταπαύει τη σκιά. Επειδή δε δεν έδωσαν προσοχή στους τύπους του νόμου, δεν είδαν την αλήθεια· οι εξ Ισραήλ κατέστησαν τους εαυτούς τους ανάξιους της εν Χριστώ σωτηρίας. Γι' αυτόν τον λόγο, με την οσία απόφαση του Θεού, αποκρύπτονταν από αυτούς. Έχουν κρυφτεί, λοιπόν, από την Ιερουσαλήμ εκείνα που επιφέρουν την ειρήνη με τον Θεό, εκ των οποίων ένα, και μάλιστα το πρώτο, είναι η πίστη, η οποία δικαιώνει τον ασεβή και ενώνει διά του αγιασμού και της δικαιοσύνης με τον πανάγιο Θεό αυτούς που την κατέχουν. <Επειδή δεν αναγνώρισες τον καιρό της επισκοπής σου.> (A f. 261) Ποιας επισκοπής; Εκείνης, εννοώ, που έγινε διά του Σωτήρα όλων μας Χριστού· και η έκβαση είναι φανερή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες