Εἶθ᾽ ὡς εἶχε τάχους πρὸς τὸ θεῖον ἐπιστραφεὶς βρέφος· «Νῦν ἀπολύεις, ἔφη, τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου· ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν· φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ δόξαν τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ.» Ὢ τῆς ζέσεως! ὢ τῆς θερμότητος! Ἐπειδή σοι, φησὶν, ὦ Δέσποτα, ταῦτα ἔδοξε, καὶ ἐλεῆσαι τὸ σὸν ὑπὸ τῆς ἰδίας φιλανθρωπίας κεκίνησαι πλάσμα, ἐγώ τε περὶ τὰς ἐλπίδας οὐκ ἐψεύσθην, καὶ ὁ τοῦ θείου χρηματισμὸς Πνεύματος ἀπαραχάρακτος ἔμεινεν· ἀπόλυσόν με τὸ τάχος· ἀπόλυσον, δέομαι. Μή με κατέχῃς ἐπὶ πολὺ, Δέσποτα· μὴ βραδύνω ταῦτα τοῖς γενάρχαις ἀποκομίσαι τὰ χαροποιὰ εὐαγγέλια· μὴ προλάβῃ τὰ βρέφη με, Δέσποτα, ἃ διὰ σὲ τὸν πρὸς Ἡρώδου φόνον ὑπέμεινε.
Μετάφραση
Έπειτα, στρεφόμενος τάχιστα προς το θείο βρέφος: «Τώρα», είπε, «απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα, εν ειρήνη, σύμφωνα με τον λόγο σου· διότι είδαν τα μάτια μου το σωτήριόν σου, το οποίο ετοίμασας ενώπιον όλων των λαών· φως για την αποκάλυψη των εθνών, και δόξα του λαού σου, του Ισραήλ.» Ω, τι ζέση! Ω, τι θέρμη! Επειδή, λέει, ω Δέσποτα, αυτό ήταν το θέλημά σου, και παρακινήθηκες από την ίδια σου τη φιλανθρωπία να ελεήσεις το πλάσμα σου, και εγώ δεν διαψεύστηκα στις ελπίδες μου, και η αποκάλυψη του θείου Πνεύματος παρέμεινε αψευδής· απόλυσέ με το γρηγορότερο· απόλυσέ με, σε ικετεύω. Μην με κρατάς για πολύ, Δέσποτα· μην καθυστερήσω να μεταφέρω αυτά τα χαρμόσυνα αγγέλματα στους προπάτορες· μην με προλάβουν τα βρέφη, Δέσποτα, τα οποία εξαιτίας σου υπέμειναν τη σφαγή από τον Ηρώδη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες