Εἰκότως δὲ συνέζευξε τῇ τῆς ἡλικίας αὐξήσει, τὴν τῆς σοφίας ἐπίδοσιν· πρὸς γὰρ τὸ μέτρον τῆς τοῦ σώματος ἡλικίας, ἀπεκάλυπτεν ἡ θεία φύσις τὴν οἱ κείαν σοφίαν. <Καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς.> (A f. 45, B f. 32, C f. 110, E f. 109, H f. 132 b) Εἰπὼν ὁ εὐαγγελιστὴς, ὅτι προέκοπτεν ὁ Ἰησοῦς ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι παρά τε Θεῷ καὶ ἀνθρώποις, δείκνυσι τὸν ἑαυτοῦ λόγον ἀληθῆ. Ἀποφέρει γὰρ αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ, ἅμα τῇ ἁγίᾳ Παρθένῳ, ἑορτῆς καλούσης εἰς τοῦτο· εἶτά φησιν ἀπομεῖναι μὲν αὐτὸν, εὑρεθῆναι δὲ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ ἱερῷ μεταξὺ τῶν διδασκάλων καθήμενον, ἐρωτῶντά τε καὶ ἀποκρινόμενον, δῆλον δὲ ὅτι τὰ πάλαι τῷ νόμῳ διηγορευμένα· εἶτα θαυμαζόμενον ἐπὶ ταῖς ἐρωτήσεσιν ὑπὸ πάντων καὶ ταῖς ἀπολογίαις. Ὁρᾷς ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι προκόπτοντα διὰ τοῦ γινώσκεσθαι πολλοῖς ὅτι τοιοῦτός ἐστιν. <Ὁ Πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.> (B f. 33) ᾝδει μὲν γὰρ ἡ μήτηρ αὐτοῦ μὴ τέκνον εἶναι αὐτὸν τοῦ Ἰωσήφ· ἀλλὰ διὰ τὴν ὑποψίαν τῶν Ἰουδαίων τοῦτό φησι· καὶ ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι «Ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε,» ὁ Σωτὴρ πρὸς τοῦτο λέγει· <Οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναί με;> (A f. 45 b, E f. 110 b, H f, 134) Ἐνταῦθα οὖν πρώτως τοῦ ἀληθῶς Πατρὸς φανερώτερον μνημονεύει, καὶ παραγυμνοῖ τὴν ἑαυτοῦ θεότητα.
Μετάφραση
Εύλογα λοιπόν συνέδεσε την αύξηση της ηλικίας με την πρόοδο της σοφίας. Διότι, ανάλογα με το μέτρο της σωματικής ηλικίας, η θεία φύση αποκάλυπτε την οικεία της σοφία. <Και όταν έγινε δώδεκα ετών, αφού ανέβηκαν αυτοί στα Ιεροσόλυμα κατά το έθος της εορτής.> (A f. 45, B f. 32, C f. 110, E f. 109, H f. 132 b) Λέγοντας ο ευαγγελιστής ότι ο Ιησούς προέκοπτε σε σοφία και χάρη ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, αποδεικνύει τον λόγο του αληθινό. Διότι τον φέρνει στην Ιερουσαλήμ, μαζί με την αγία Παρθένο, καθώς μια εορτή τους καλούσε σε αυτό. Έπειτα λέει ότι αυτός παρέμεινε πίσω, και βρέθηκε μετά από αυτά στο ιερό να κάθεται ανάμεσα στους διδασκάλους, να ρωτά και να απαντά, προφανώς για όσα είχαν οριστεί από παλιά στον νόμο. Έπειτα να θαυμάζεται από όλους για τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του. Βλέπεις ότι προέκοπτε σε σοφία και χάρη, επειδή γινόταν γνωστό σε πολλούς ότι ήταν τέτοιος. <Ο πατέρας σου και εγώ σε αναζητούσαμε με οδύνη.> (B f. 33) Διότι η μητέρα του γνώριζε βέβαια ότι αυτός δεν ήταν τέκνο του Ιωσήφ, αλλά το λέει αυτό εξαιτίας της υποψίας των Ιουδαίων. Και επειδή είπε ότι «Ο πατέρας σου και εγώ σε αναζητούσαμε με οδύνη», ο Σωτήρας απαντά σε αυτό: <Δεν γνωρίζατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στα του Πατρός μου;> (A f. 45 b, E f. 110 b, H f, 134) Εδώ λοιπόν για πρώτη φορά μνημονεύει φανερότερα τον αληθινό του Πατέρα, και αποκαλύπτει πλήρως τη δική του θεότητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες