καθάπερ ἀμέλει καὶ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. <Ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροὶ, καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν, κ.τ.λ.> (A f. 265, C f. 150) Παρήγαγε γὰρ αὐτοῖς καὶ Μωϋσέα εὖ εἰδότα τῶν νεκρῶν τὴν ἀνάστασιν· ἐν γὰρ τῇ βάτῳ, φησὶν, εἰσκεκόμικε λέγοντα Θεόν· «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.» Τίνων δὲ Θεὸς, εἰ μὴ ζήσονται κατ᾽ ἐκείνους; Ἀλλ᾽ ἔστι ζώντων Θεός· οὐκοῦν πάντη τε καὶ πάντως ἀναβιώσονται, τῆς πανσθενεστάτης δεξιᾶς ἀποφερούσης εἰς τοῦτο ἅπαντας τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς. <Οὐκέτι δὲ ἐτόλμησαν ἐπερωτᾷν αὐτὸν οὐδέν.> (A f. 266) Ἀρχὴ συνέσεως ἡ πίστις· «Ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε, οὐδ᾽ οὐ μὴ συνῆτε.» Σωτήριος δὲ τῶν ἀναγκαίων ἡ ζήτησις· ἔστι μὲν ὁμολογουμένως καὶ υἱὸς καὶ Κύριος τοῦ Δαβὶδ ὁ Ἐμμανουήλ· τίνα δὲ τρόπον αὐτὸ δὴ τοῦτο προσήκει νοεῖν, εἴπερ ἕλοιτό τις ἀναμαθεῖν, βαδιεῖται πάντως εἰς ἀκριβῆ θεωρίαν μυστηρίου τοῦ κατ᾽ αὐτὸν, ὃ σεσίγηται μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, πεφανέρωται δὲ ἐν ἐσχάτοις τοῦ αἰῶνος καιροῖς. Οἱ μὲν οὖν Φαρισαῖοι σεσιγήκασιν ἐρομένου Χριστοῦ· ἔδρων δὲ τοῦτο δυστρόπως, μᾶλλον δὲ καθ᾽ ἑαυτῶν, ἵνα μὴ ξεομένης τῆς ἐρωτήσεως, ὁ σωτήριος ἐν αὐτοῖς ἀναλάμψῃ λόγος· οὐ γὰρ ἤθελον εἰδέναι τὴν ἀλήθειαν.
Μετάφραση
όπως ακριβώς βέβαια και τους αγίους αγγέλους. <Ότι δε εγείρονται οι νεκροί, και ο Μωυσής το φανέρωσε, κ.τ.λ.> Τους παρουσίασε και τον Μωυσή, ο οποίος γνώριζε καλά την ανάσταση των νεκρών· διότι, λέει, στη διήγηση για τη βάτο εισήγαγε τον Θεό να λέει: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ.» Ποιων λοιπόν είναι Θεός, αν δεν πρόκειται να ζήσουν όπως εκείνοι; Αλλά είναι Θεός ζώντων· άρα με κάθε τρόπο και εξάπαντος θα ξαναζήσουν, καθώς η παντοδύναμη δεξιά φέρνει σε αυτό όλους όσους βρίσκονται πάνω στη γη. <Και δεν τολμούσαν πλέον να τον επερωτήσουν τίποτα.> Αρχή της συνέσεως είναι η πίστη· «Εάν γάρ δεν πιστέψετε, ούτε πρόκειται να κατανοήσετε.» Είναι δε σωτήρια η αναζήτηση των αναγκαίων· ο Εμμανουήλ είναι ομολογουμένως και υιός και Κύριος του Δαβίδ· το πώς ακριβώς όμως αρμόζει να το κατανοήσει αυτό κανείς, εάν επιλέξει να το διδαχθεί, θα προχωρήσει οπωσδήποτε στην ακριβή θεωρία του μυστηρίου σχετικά με αυτόν, το οποίο έχει μεν αποσιωπηθεί από την καταβολή του κόσμου, φανερώθηκε όμως στους έσχατους καιρούς. Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, σιώπησαν όταν ρωτούσε ο Χριστός· και το έπρατταν αυτό με κακότροπο τρόπο, ή μάλλον εναντίον του εαυτού τους, ώστε, καθώς θα εξεταζόταν η ερώτηση, να μην αναλάμψει μέσα τους ο σωτήριος λόγος· διότι δεν ήθελαν να γνωρίσουν την αλήθεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες