Ἐγὼ ἥμην δεσπότης τοῦδε τοῦ πράγματος. Νῦν δὲ εἰπών, ὅτι Ἐγώ εἰμι, ἔδειξεν ὅτι ζώντων ἐστὶ Δεσπότης καὶ Θεός, καὶ οὐχὶ διεφθορότων πάντη· κἂν γὰρ νεκροὶ ὦσιν, ἀλλὰ τῇ ἐλπίδι τοῦ ἀναστῆναι, ζῶσιν, ὥσπερ καὶ ὁ Ἀδὰμ εἰ καὶ ἔζη, θνητὸς ἦν ὅμως, καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ὥρας, ἀφ’ ἧς ἔφαγε, ἀποθανεῖν λέγεται. Τῶν Σαδδουκαίων δὲ οὕτως αἰσχυνθέντων, ἀπεδέξαντο τὸν Ἰησοῦν οἱ Γραμματεῖς, ὡς ἀντίτεχνον τῶν Σαδδουκαίων, ἡσθέντες ἐπὶ τῇ ἐκείνων ἥττῃ. «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Πῶς λέγουσι τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυῒδ εἶναι, καὶ αὐτὸς Δαυῒδ λέγει ἐν βίβλῳ Ψαλμῶν, εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; Δαυῒδ οὖν Κύριον αὐτὸν καλεῖ, καὶ πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν; Ἀκούοντος δὲ παντὸς τοῦ λαοῦ, εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Προσέχετε ἀπὸ τῶν Γραμματέων τῶν θελόντων περιπατεῖν ἐν στολαῖς, καὶ φιλούντων ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς Συναγωγαῖς, καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις, οἳ κατεσθίουσι τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν, καὶ προφάσει μακρᾷ προσεύχονται. Οὗτοι λήψονται περισσότερον κρῖμα.» Ἐπὶ τὸ πάθος, ὅσον οὔπω, μέλλων ἔρχεσθαι τὴν ἑαυτοῦ ἀνακηρύττει θεότητα, καὶ οὐδὲ τοῦτο ἀπαρακαλύπτως καὶ ἀλαζονικῶς, ἀλλὰ καὶ σφόδρα μετριοφρόνως. Ἐρωτᾷ γὰρ αὐτούς, καὶ εἰς ἀπορίαν ἐναγαγὼν ἀφίησιν αὐτοὺς συλλογίσασθαι τὸ ἀκόλουθον.
Μετάφραση
Εγώ ήμουν ο κύριος αυτού του πράγματος. Τώρα όμως, λέγοντας «Εγώ είμαι», έδειξε ότι είναι Δεσπότης και Θεός ζωντανών, και όχι εκείνων που έχουν φθαρεί ολοκληρωτικά. Διότι, ακόμη και αν είναι νεκροί, ωστόσο με την ελπίδα της ανάστασης ζουν, όπως ακριβώς και ο Αδάμ, αν και ζούσε, ήταν ωστόσο θνητός, και από την ώρα εκείνη που έφαγε, λέγεται ότι πέθανε. Και επειδή οι Σαδδουκαίοι ντροπιάστηκαν με αυτόν τον τρόπο, οι Γραμματείς αποδέχτηκαν τον Ιησού, ως αντίπαλο των Σαδδουκαίων, χαιρόμενοι για την ήττα εκείνων. «Είπε δε προς αυτούς: Πώς λένε ότι ο Χριστός είναι υιός του Δαβίδ, αφού ο ίδιος ο Δαβίδ λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου; Ο Δαβίδ λοιπόν τον ονομάζει Κύριο, πώς τότε είναι υιός του;» Ενώ δε άκουγε όλος ο λαός, είπε στους μαθητές του: «Προσέχετε από τους Γραμματείς που θέλουν να περπατούν με στολές και αγαπούν τους ασπασμούς στις αγορές, και τις πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές, και τις πρώτες θέσεις στα δείπνα, οι οποίοι καταβροχθίζουν τα σπίτια των χηρών και με πρόφαση προσεύχονται για πολλή ώρα. Αυτοί θα λάβουν βαρύτερη κρίση.» Καθώς επρόκειτο από στιγμή σε στιγμή να προχωρήσει προς το πάθος, διακηρύσσει τη θεότητά του, και ούτε αυτό απροκάλυπτα και αλαζονικά, αλλά με μεγάλη μετριοφροσύνη. Διότι τους ρωτά και, αφού τους οδήγησε σε αμηχανία, τους αφήνει να βγάλουν το συμπέρασμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες