Τὸ δὲ Θεῷ πολιτεύεσθαι καὶ διαβιοῦν, αὔχημά τε ποιεῖσθαι Θεόν, οὐχὶ φαίης ἄν, ὦ ἑταῖρε, τοῖς ἁγίοις ἁρμοδιώτατον; Β. Πάνυ μὲν οὖν. Α. Ἴθι δὴ οὖν, ἐκεῖνο φράσον. Β. Τὸ ποῖον; Α. Οὐχὶ «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων,» λόγος δὲ σοφίας, τὸ πάντων μάλιστα τιμαλφέστατον; Β. Σύμφημι· Γράμμα γὰρ ὧδέ φησιν ἱερόν. Α. Θέα δὴ οὖν τῶν ἄνωθέν τε καὶ ἐκ Πατρὸς ὡς ἡμᾶς ἡκόντων ἀγαθῶν διανομέα καὶ πρύτανιν, καὶ τοῦτο κατ᾽ ἐξουσίαν, ὑπάρχοντα τὸν Υἱόν· ἔφη γὰρ ὁ Παῦλος· «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.» Καὶ μέντοι καὶ ἑτέρωθί που πρὸς Μωσέα τὸν ἱερώτατον διειπόντος Θεοῦ· «Τίς ἔδωκε στόμα ἀνθρώπῳ, καὶ τίς ἐποίησε δύσκωφον καὶ κωφόν, βλέποντα καὶ τυφλόν; οὐκ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός; Καὶ νῦν πορεύου, καὶ ἐγὼ ἀνοίξω τὸ στόμα σου·» προσελάλει που πάλιν τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός· «Θέσθε οὖν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντιστῆναι ἢ ἀντειπεῖν πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν.» Ἀναμελῳδοῦντος δὲ τοῦ μακαρίου Δαβὶδ ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστιν, ἔχοντός τε ἀραρότως ὡς ἔνεστι μὲν αὐτῷ τὸ ἑκάστῳ διανέμειν ὧν ἂν δρῴη τὰς ἀμοιβὰς καὶ οὓς ἂν ἕλοιτο δικαιοῦν («Θεὸς γὰρ ὁ δικαιῶν, τίς ὁ κατακρίνων;»
Μετάφραση
Α. Το να πολιτεύεται κανείς και να ζει κατά Θεόν, και να έχει καύχημά του τον Θεό, δεν θα έλεγες, φίλε μου, ότι ταιριάζει απόλυτα στους αγίους; Β. Βεβαιότατα. Α. Εμπρός λοιπόν, πες μου τούτο. Β. Ποιο; Α. Δεν είναι αλήθεια ότι «κάθε καλή δόση και κάθε τέλειο δώρημα έρχεται από άνωθεν, καταβαίνοντας από τον Πατέρα των φώτων», και πως ο λόγος της σοφίας είναι το πιο πολύτιμο από όλα; Β. Συμφωνώ· διότι έτσι λέει η Ιερή Γραφή. Α. Δες λοιπόν ότι ο Υιός είναι ο διανομέας και χορηγός –και μάλιστα εξουσιαστικά– των αγαθών που έρχονται σε εμάς άνωθεν και από τον Πατέρα· διότι ο Παύλος είπε: «Στον καθένα από εμάς δόθηκε η χάρη σύμφωνα με το μέτρο της δωρεάς του Χριστού». Και εξάλλου κάπου αλλού, όταν ο Θεός μιλούσε στον ιερότατο Μωυσή είπε: «Ποιος έδωσε στόμα στον άνθρωπο, και ποιος έκανε τον βαρύκοο και τον κωφό, αυτόν που βλέπει και τον τυφλό; Δεν τα έκανα εγώ, ο Κύριος και Θεός; Και τώρα πήγαινε, και εγώ θα ανοίξω το στόμα σου»· ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μιλούσε πάλι κάπου στους αγίους αποστόλους λέγοντας: «Βάλτε λοιπόν στις καρδιές σας να μην προμελετάτε τι θα απολογηθείτε· διότι εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία, στην οποία δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν ούτε να αντιμιλήσουν όλοι οι αντίπαλοί σας». Και ενώ ο μακάριος Δαβίδ ψάλλει ότι ο Θεός είναι κριτής, έχοντας σταθερή την πεποίθηση ότι σε Αυτόν ανήκει η εξουσία να διανέμει στον καθένα τις αμοιβές για όσα πράττει και να δικαιώνει όσους Εκείνος επιλέγει («Διότι ο Θεός είναι αυτός που δικαιώνει, ποιος είναι αυτός που θα κατακρίνει;»)
Περισσότερα
Λεπτομέρειες