ΚΕΦΑΛ. ΚΑʹ.> <Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους.> (B f. 187 b, C f. 150 b) Ἔφη που ὁ Σωτήρ· «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.» Τούτους ἐποπτεύει προσφέροντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον· ἀλλ᾽ ὡς ἐκ πλούτου πολλοῦ, πολλὰ μὲν ἦσαν, ὡς εἰκὸς, τὰ παρ᾽ ἑκάστου καρποφορούμενα· ὀλίγα δὲ πάλιν καὶ τῆς τῶν προκομιζόντων ἀνάξια χειρός. Εἶτα μετ᾽ ἐκείνους γύναιον πτωχείᾳ δεινῇ κατηχθισμένον εἰσέθει, ἐξ ἐράνου μόλις καὶ δὴ σὺν ἱδρῶτι συλλέγον εὐτελεστάτην καὶ ἀποχρῶσαν ἡμέρᾳ διατροφήν· εἶτα δύο προσῆγεν ὀβολοὺς, ὥσπερ ἀποκτωμένη τὸν βίον. Ὢ παραδόξου θαύματος! ἡ τὸν παρ᾽ ἑτέρου ἔλεον ζητοῦσα διηνεκῶς, αὐτὴ δανείζει Θεῷ, καρποφόρον αὐτῷ καὶ αὐτὴν ἀποφαίνουσα τὴν πτωχείαν. Νικᾷ τοιγαροῦν τοὺς ἄλλους, καὶ δικαίᾳ ψήφῳ στεφανοῦται παρὰ Θεοῦ. <Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ, ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, κ.τ.λ.> (C f. 151, D f. 69) Ἐπεδείκνυον τινες τῷ Χριστῷ τὰς ἐν τῷ ναῷ μεγαλουργίας, καὶ τὸν τῶν ἀναθημάτων κόσμον· ὠήθησαν γὰρ ὅτι θαυμάσει σὺν αὐτοῖς τὰ ὁρώμενα, καίτοι Θεὸς ὢν καὶ θρόνον ἔχων τὸν οὐρανόν.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ'. <Και αφού σήκωσε το βλέμμα του, είδε τους πλούσιους που έριχναν τα δώρα τους στο γαζοφυλάκιο.> (B f. 187 b, C f. 150 b) Είπε κάπου ο Σωτήρας: «Μακάριοι οι ελεήμονες, διότι αυτοί θα ελεηθούν». Αυτούς παρακολουθεί να προσφέρουν τα δώρα τους στο γαζοφυλάκιο· αλλά επειδή προέρχονταν από μεγάλο πλούτο, ήταν μεν πολλά, όπως ήταν φυσικό, αυτά που προσφέρονταν από τον καθένα· αλλά και πάλι ήταν λίγα και ανάξια των χεριών αυτών που τα προσέφεραν. Έπειτα, μετά από αυτούς, εισήλθε μια φτωχή γυναίκα, καταβαρυμένη από δεινή φτώχεια, η οποία από ελεημοσύνες με δυσκολία και με ιδρώτα συγκέντρωνε την πιο ευτελή αλλά επαρκή για την ημέρα τροφή της· έπειτα προσέφερε δύο οβολούς, σαν να αποχωριζόταν την ίδια της τη ζωή. Ω, τι παράδοξο θαύμα! Αυτή που ζητούσε συνεχώς το έλεος των άλλων, η ίδια δανείζει στον Θεό, καθιστώντας καρποφόρα για Εκείνον ακόμη και την ίδια τη φτώχεια της. Νικά, λοιπόν, τους άλλους και στεφανώνεται με δίκαιη κρίση από τον Θεό. <Και ενώ κάποιοι έλεγαν για τον ναό, ότι είναι στολισμένος με ωραίους λίθους και αφιερώματα, κ.τ.λ.> (C f. 151, D f. 69) Επεδείκνυαν κάποιοι στον Χριστό τα μεγαλοπρεπή έργα στον ναό και τον στολισμό των αφιερωμάτων· διότι νόμισαν ότι θα θαυμάσει μαζί τους τα ορώμενα, καίτοι ήταν Θεός και είχε για θρόνο Του τον ουρανό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες