Πῶς οὖν, φασὶν, οὗτος σοφία, ὁ ἐν σοφίᾳ προκόπτων, καὶ ἀγνοῶν ἃ παρ᾽ ἑτέρων μανθάνειν ἠξίου; Ἔστι δὲ καὶ τοῦτο παρ᾽ αὐτῶν λεγόμενον Πῶς δύναται ὁ Λόγος ἴδιος εἶναι τοῦ Πατρὸς, οὗ ἄνευ οὐκ ἦν ὁ Πατήρ ποτε, δι᾽ οὗ τὰ πάντα ποιεῖ, ὡς ὑμεῖς φρονεῖτε, ὁ ἐπὶ μὲν τοῦ σταυροῦ λέγων· Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες; πρὸ δὲ τούτων εὐχόμενος· Δόξασόν σου τὸ ὄνομα· καὶ, Δόξασόν με σὺ, Πάτερ, τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ηὔχετο δὲ ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ παρήγγελλε τοῖς μαθηταῖς προσεύχεσθαι μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν· καὶ, Τὸ Πνεῦμα πρόθυμον, ἔλεγεν, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής· καὶ, Περὶ τῆς ἡμέρας ἢ τῆς ὥρας ἐκείνης οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι, οὐδὲ ὁ Υἱός. Εἶτα πάλιν φασὶν ἐπὶ τούτοις οἱ δείλαιοι· Εἰ ἦν κατὰ τὴν ὑμετέραν διάνοιαν ἀϊδίως ὑπάρχων ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Θεὸν, οὔτ᾽ ἂν ἠγνόησε περὶ τῆς ἡμέρας, ἀλλ᾽ ἐγίνωσκεν ὡς Λόγος, οὔτ᾽ ἂν ἐγκατελείπετο ὁ συνυπάρχων, οὔτε δόξαν ᾔτει λαβεῖν, ἔχων αὐτὴν ἐν τῷ Πατρὶ, οὔτε ὅλως ηὔχετο· οὐδενὸς γὰρ Λόγος ὢν ἐδέετο· ἀλλ᾽ ἐπειδὴ κτίσμα ἐστὶ καὶ εἷς τῶν γενητῶν, διὰ τοῦτο τοιαῦτα ἔλεγε, καὶ ἐδέετο ὧν οὐκ εἶχε· κτισμάτων γὰρ ἴδιον τὸ χρῄζειν καὶ δέεσθαι ὧν οὐκ ἔχουσιν.» Τοιαῦτα μὲν οὖν οἱ ἀσεβεῖς ἐξάγονται λαλοῦντες· ἔδει δὲ ταῦτα διαλογιζομένους εἰπεῖν καὶ τολμηρότερον· Διὰ τί ὅλως ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο;
Μετάφραση
Πώς λοιπόν, λένε, είναι αυτός Σοφία, ο οποίος προόδευε στη σοφία και αγνοούσε εκείνα που ζητούσε να μάθει από άλλους; Λέγεται δε από αυτούς και τούτο: Πώς δύναται ο Λόγος να είναι ίδιος του Πατρός, χωρίς τον οποίο ποτέ δεν υπήρξε ο Πατέρας, και μέσω του οποίου δημιουργεί τα πάντα, όπως εσείς φρονείτε, αυτός που πάνω στον σταυρό λέει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»· και πριν από αυτά προσευχόμενος έλεγε: «Δόξασόν σου το όνομα»· και, «Δόξασόν με εσύ, Πάτερ, με τη δόξα που είχα κοντά σου πριν από τη δημιουργία του κόσμου». Προσευχόταν επίσης στις ερήμους, και παράγγελλε στους μαθητές να προσεύχονται για να μην εισέλθουν σε πειρασμό· και έλεγε: «Το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η δε σάρκα ασθενής»· και, «Περί της ημέρας εκείνης ή της ώρας κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι, ούτε ο Υιός». Έπειτα, βασιζόμενοι σε αυτά, λένε πάλι οι άθλιοι: «Εάν ο Υιός, σύμφωνα με τη δική σας αντίληψη, υπήρχε αιωνίως μαζί με τον Θεό, ούτε θα αγνοούσε για την ημέρα, αλλά θα γνώριζε ως Λόγος, ούτε θα εγκαταλειπόταν αυτός που συνυπάρχει, ούτε θα ζητούσε να λάβει δόξα, αφού την είχε εντός του Πατρός, ούτε καν θα προσευχόταν· διότι ως Λόγος δεν είχε ανάγκη από τίποτα· αλλά επειδή είναι κτίσμα και ένα από τα δημιουργήματα, γι' αυτό έλεγε τέτοια, και παρακαλούσε για όσα δεν διέθετε· διότι ίδιον των κτισμάτων είναι να χρειάζονται και να έχουν ανάγκη αυτά που δεν έχουν». Τέτοια λοιπόν παρασύρονται να λένε οι ασεβείς· θα έπρεπε όμως, εφόσον συλλογίζονται αυτά, να πουν και κάτι τολμηρότερο: Γιατί άραγε ο Λόγος έγινε σάρκα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες