τοῦτο δ᾽ οὖν καὶ κατηγορεῖται πράττων ὑπὸ τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν, ὧν ὁ μὲν Ματθαῖός φησιν· «τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια. καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς», ὁ δὲ Μάρκος· «καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, ἀπῆλθεν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, ἵνα αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς. οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι καὶ ἐζήτει πῶς αὐτὸν εὐκαίρως παραδῷ», ὁ δὲ Λουκᾶς γράφει λέγων· «εἰσῆλθεν δὲ ὁ Σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα· καὶ ἀπελθὼν συνελάλησεν τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ γραμματεῦσι καὶ τοῖς στρατηγοῖς τοῦ ἱεροῦ, ἵνα αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς, καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι. καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου». ταῦτα δὴ οὖν αὐτὰ θεσπίζουσα ἡ μετὰ χεῖρας πρόρρησις ἐπιλέγει· «καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ. ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατ᾽ ἐμοῦ. ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου». ὁ γοῦν Σύμμαχος, «εἰσερχόμενος», φησίν, «ἐπισκοπῆσαι, μάταια ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ ἤθροιζεν ἀδικίαν ἑαυτῇ, ἐξερχόμενος δὲ ἔξω κατελάλει.
Μετάφραση
Ακριβώς για αυτή του την πράξη, λοιπόν, κατηγορείται από τους ιερούς ευαγγελιστές, εκ των οποίων ο μεν Ματθαίος λέει: «Τότε, αφού πήγε ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς, τους είπε: Τι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω; Και εκείνοι όρισαν για αυτόν τριάντα αργύρια. Και από τότε ζητούσε ευκαιρία, για να τον παραδώσει σε αυτούς», ο δε Μάρκος: «Και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, απήλθε προς τους αρχιερείς, για να τον παραδώσει σε αυτούς. Εκείνοι δε, όταν το άκουσαν, χάρηκαν και του υποσχέθηκαν να του δώσουν αργύρια· και ζητούσε πώς να τον παραδώσει σε κατάλληλη ευκαιρία», ο δε Λουκάς γράφει λέγοντας: «Εισήλθε δε ο Σατανάς στον Ιούδα, που επικαλείτο Ισκαριώτης, ο οποίος ήταν από τον αριθμό των δώδεκα· και αφού απήλθε, συνομίλησε με τους αρχιερείς και τους γραμματείς και τους στρατηγούς του ιερού, για να τον παραδώσει σε αυτούς, και χάρηκαν, και συμφώνησαν να του δώσουν αργύρια. Και ζητούσε ευκαιρία για να τον παραδώσει σε αυτούς χωρίς την παρουσία όχλου». Αυτά ακριβώς προφητεύοντας, λοιπόν, η προκείμενη πρόρρηση προσθέτει: «Και αν ερχόταν για να με δει, μιλούσε μάταια· η καρδιά του συγκέντρωνε ανομία μέσα της. Έβγαινε έξω και μιλούσε εναντίον μου. Όλοι οι εχθροί μου ψιθύριζαν». Ο Σύμμαχος, λοιπόν, λέει: «Εισερχόμενος για να επιθεωρήσει, έλεγε μάταια λόγια· η καρδιά του συγκέντρωνε αδικία μέσα της, και εξερχόμενος έξω, κατηγορούσε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες