Οὐκοῦν ὅσον μὲν ἧκεν εἰς τὴν ἐκ τοῦ παθεῖν ἀδοξίαν, οὐκ ἂν ἠθέλησε παθεῖν· ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἐνεδέχετο μὴ παθεῖν, διὰ τὴν Ἰουδαίων ἐπ᾽ αὐτῷ γενομένην ὠμότητα καὶ ἀπείθειαν, ὑπέμεινε σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας. <Ἁψάμενος τοῦ ὠτίου αὐτοῦ ἰάσατο αὐτόν.> (A f. 294) Ἰάσατο γὰρ θεοπρεπῶς τὸν ὑπομείναντα τὴν πληγὴν, τοῖς ἀφιγμένοις εἰς τὸ συλλαβεῖν αὐτὸν θεοπρεπὲς καὶ τοῦτο διδοὺς σημεῖον. <Καθ᾽ ἡμέραν ὄντος μου μεθ᾽ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ, οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ᾽ ἐμέ.> (A f 294 b, B f. 204) Ἆρά γε αἰτιᾶται Χριστὸς τοὺς τῶν Ἰουδαίων καθηγητὰς, ὅτι μὴ πρόωρον αὐτῷ τὴν τοῦ θανάτου πάγην ἐσκεύαζον; Οὐ τοῦτο βούλεται δηλοῦν· ἀλλ᾽ ὅτι Ἐξὸν ὑμῖν καθημέραν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκοντα κατασχεῖν, οὐκ ἐκρατήσατε.
Μετάφραση
Επομένως, σε ό,τι αφορούσε την ατίμωση που προερχόταν από το πάθος, δεν θα ήθελε να πάθει· επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να μην πάθει, εξαιτίας της σκληρότητας και της απείθειας που έδειξαν οι Ιουδαίοι απέναντί του, υπέμεινε τον σταυρό, περιφρονώντας την ντροπή. <Και αφού άγγιξε το αυτί του, τον θεράπευσε.> (A f. 294) Διότι θεράπευσε με τρόπο θεοπρεπή αυτόν που υπέστη την πληγή, δίνοντας και αυτό ως θεοπρεπές σημείο σε εκείνους που είχαν έρθει για να τον συλλάβουν. <Ενώ ήμουν καθημερινά μαζί σας στον ναό, δεν απλώσατε τα χέρια σας επάνω μου.> (A f 294 b, B f. 204) Άραγε ο Χριστός κατηγορεί τους δασκάλους των Ιουδαίων ότι δεν του ετοίμασαν πρόωρα την παγίδα του θανάτου; Δεν θέλει να δηλώσει αυτό, αλλά ότι, ενώ σας ήταν δυνατό καθημερινά να με συλλάβετε όταν δίδασκα στον ναό, δεν με πιάσατε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες