Μετὰ ταῦτα ἐπαναλαβὼν ὁ λόγος τὴν τοῦ κυρίου παρουσίαν σαφέστερον ἀνακηρύττει λέγων· «καὶ παρέσται κύριος ὁ θεός μου, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι μετ᾽ αὐτοῦ», εἴτε τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ καὶ μαθητὰς ὀνομάζων «ἁγίους» αὐτοῦ, εἴτε δυνάμεις τινὰς ἀοράτους καὶ πνεύματα λειτουργικά, περὶ ὧν εἴρηται· «καὶ προσῆλθον ἄγγελοι, καὶ διηκόνουν αὐτῷ». εἶτ᾽ ἐπὶ τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου «ἔσται», φησίν, «ἡμέρα», καὶ «οὐκ ἔσται φῶς, καὶ ψῦχος καὶ πάγος ἔσται μίαν ἡμέραν», ἀνθ᾽ οὗ ὁ Σύμμαχος ἡρμήνευσεν· «καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ οὐκ ἔσται φῶς, ἀλλὰ ψῦχος καὶ πάγος ἔσται μίαν ἡμέραν, ἥτις ἔγνωσται τῷ κυρίῳ, οὐχ ἡμέρα οὐδὲ νύξ, ἀλλ᾽ ἔσται τὸ πρὸς ἑσπέραν φῶς». καὶ ὅρα εἰ μὴ διὰ τούτων λευκότατα τὴν ἡμέραν τοῦ πάθους τοῦ σωτῆρος ἡμῶν δηλοῖ, ἐν ᾗ ἡμέρᾳ τὸ μὲν «οὐκ ἔσται φῶς» ἐπληροῦτο, ἡνίκα «ἀπὸ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης», τὸ δὲ «ἀλλὰ ψῦχος καὶ πάγος», ὅτε κατὰ τὸν Λουκᾶν· παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν «ἤγαγον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀρχιερέως, ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν, περιαψάντων δὲ πῦρ ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς ἐκάθητο» κατὰ τὸν Μάρκον μετὰ τῶν λοιπῶν «θερμαινόμενος». ὁ δὲ Ἰωάννης ἄντικρυς καὶ τοῦ ψύχους ἐμνημόνευσεν εἰπών· «εἱστήκεισαν οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο».
Μετάφραση
Μετά από αυτά, επαναλαμβάνοντας ο λόγος, ανακηρύσσει σαφέστερα την παρουσία του Κυρίου, λέγοντας: «και θα παραστεί ο Κύριος ο Θεός μου, και όλοι οι άγιοι μαζί του», ονομάζοντας «αγίους» του είτε τους αποστόλους και τους μαθητές του, είτε κάποιες αόρατες δυνάμεις και λειτουργικά πνεύματα, για τα οποία έχει ειπωθεί: «και προσήλθαν άγγελοι, και τον διακονούσαν». Έπειτα, κατά την παρουσία του Κυρίου «θα υπάρξει», λέει, «μια ημέρα», και «δεν θα υπάρχει φως, και ψύχος και πάγος θα υπάρχει για μια ημέρα», αντί του οποίου ο Σύμμαχος ερμήνευσε: «και κατά την ημέρα εκείνη δεν θα υπάρχει φως, αλλά ψύχος και πάγος θα υπάρχει για μια ημέρα, η οποία είναι γνωστή στον Κύριο, ούτε ημέρα ούτε νύχτα, αλλά προς το εσπέρας θα υπάρχει φως». Και πρόσεξε μήπως μέσω αυτών δηλώνει ολοκάθαρα την ημέρα του πάθους του Σωτήρα μας, κατά την οποία ημέρα το μεν «δεν θα υπάρχει φως» εκπληρωνόταν, όταν «από την έκτη ώρα έπεσε σκοτάδι σε όλη τη γη έως την ενάτη ώρα», το δε «αλλά ψύχος και πάγος», όταν σύμφωνα με τον Λουκά: αφού παρέλαβαν τον Ιησού, «τον οδήγησαν στην οικία του αρχιερέα, ενώ ο Πέτρος ακολουθούσε από μακριά, και όταν άναψαν φωτιά στο μέσο της αυλής, καθόταν» σύμφωνα με τον Μάρκο, μαζί με τους υπολοίπους «ζεσταινόμενος». Ο δε Ιωάννης ρητά μνημόνευσε και το ψύχος λέγοντας: «στέκονταν οι δούλοι και οι υπηρέτες έχοντας ανάψει ανθρακιά, διότι είχε ψύχος, και ζεσταίνονταν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες