Ἰησοῦς δὲ τὸ ὠτίον ἀποκαθίστησι· πρέπει γὰρ τῇ μεγάλῃ τοῦ Λόγου δυνάμει τὸ τοὺς παρακούοντας ἰᾶσθαι, καὶ προστιθέναι αὐτοῖς ὠτίον εἰς τὸ ἀκούειν. Θαυματουργεῖ τοίνυν ὁ Ἰησοῦς, διὰ τοῦ φαινομένου τούτου ἐπὶ τῷ ὠτίῳ θαύματος τὴν ἀνεξικακίαν αὐτοῦ δεικνύων, καὶ διὰ γοῦν τοῦ θαύματος ἐνάγων αὐτοὺς εἰς τὸ ἀπέχεσθαι τῆς μανίας. Λέγει δὲ πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ, τουτέστι, τοὺς ταξεώτας, τοὺς ἐπὶ τῷ ἐκτάσσειν τεταγμένους τὰς ἱερατικὰς ἀπαιτήσεις, ἢ καὶ τοὺς πεπιστευμένους τὰ τῆς ἐποικοδομῆς τοῦ ἱεροῦ καὶ ἐπισκευῆς ἔργα στρατηγοὺς ὀνομάζει. Φησὶν οὖν πρὸς τούτους· Καθημέραν ἐν τῷ ἱερῷ ἐδίδασκον, καὶ οὐκ ἠθελήσατέ με συλλαβεῖν, καὶ νῦν λῃστρικῶς ἐπήλθετε. Ἀλλ’ ὄντως νυκτὸς ἔργοις ἐπιχειρεῖτε, καὶ ἡ ἐξουσία ὑμῶν τοῦ σκότους ἐστί· καὶ διὰ τοῦτο τοιαύτην ὥραν ἐπετηρήσατε οἰκείαν ὑμῖν, καὶ τῷ ἔργῳ ᾧ ἐπεβάλλεσθε. «Συλλαβόντες δὲ αὐτὸ ἤγαγον, καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν. Ἁψάντων δὲ πῦρ ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς, καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν, ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. Ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς, καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ, εἶπε· Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν. Ὁ δὲ ἠρνήσατο αὐτὸν λέγων·
Μετάφραση
Ο Ιησούς όμως αποκαθιστά το αυτί· διότι αρμόζει στη μεγάλη δύναμη του Λόγου το να θεραπεύει όσους παρακούουν, και να τους δίνει αυτί για να ακούν. Θαυματουργεί λοιπόν ο Ιησούς, επιδεικνύοντας μέσω αυτού του ορατού θαύματος στο αυτί την ανεξικακία Του, και μέσω του θαύματος παρακινώντας τους να απέχουν από τη μανία. Λέει δε προς τους αρχιερείς και τους στρατηγούς του ιερού, δηλαδή τους ταξεώτες, εκείνους που είχαν οριστεί να διευθετούν τις ιερατικές απαιτήσεις, ή ονομάζει στρατηγούς εκείνους στους οποίους είχαν εμπιστευθεί τα έργα ανοικοδόμησης και επισκευής του ιερού. Λέει λοιπόν προς αυτούς: Καθημερινά δίδασκα στο ιερό, και δεν θελήσατε να με συλλάβετε, και τώρα επιτεθήκατε ληστρικά. Αλλά όντως επιχειρείτε έργα της νύχτας, και η εξουσία σας ανήκει στο σκοτάδι· και για τον λόγο αυτόν επιλέξατε τέτοια ώρα, η οποία είναι οικεία σε εσάς και στο έργο που αναλάβατε. «Αφού δε τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν και τον έβαλαν στην οικία του αρχιερέα. Ο δε Πέτρος ακολουθούσε από μακριά. Όταν άναψαν φωτιά στη μέση της αυλής και κάθισαν όλοι μαζί, καθόταν και ο Πέτρος ανάμεσά τους. Βλέποντάς τον κάποια υπηρέτρια να κάθεται προς το φως, αφού τον παρατήρησε προσεκτικά, είπε: Και αυτός ήταν μαζί του. Εκείνος όμως τον αρνήθηκε λέγοντας:»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες