ὅτε τοῖς τῶν νηπίων αἵμασιν ἡ Βηθλεὲμ ἐφοινίσσετο, καὶ ἀώρων βοτρύων γλεῦκος ἄωρον τοῖς τῶν γονέων θερμοῖς δάκρυσι συνεκιρνᾶτο; ὅτε ὄψις πατέρων ὀλολυγμῷ διεστρέφετο, καὶ μητέρων σπλάγχνα τοῖς πόνοις εἱλίσσετο, καὶ γαλακτοφόροι πηγαὶ μαστῶν παρὰ καιρὸν ἐξηραίνοντο; ὅτε ἐν τοῖς τῶν μητέρων στέρνοις τὸ πνεῦμα στενοχώρως εἱλούμενον, περὶ τοὺς μυκτῆρας ἀτάκτως ἐφέρετο; ὅτε πατέρων καὶ μητέρων ὀφθαλμοὶ πηγὰς ὑδάτων ἐμιμοῦντο, καὶ ἀργυροχρόους σταγόνας δακρύων καχλαζόντων ἀπὸ παρειῶν ἐπὶ ἔδαφος ἔῤῥιπτον; ὅτε τρίχωμα γυναικῶν τοῖς αὐτῶν ὄνυξιν ὑπὸ πολλῆς ἀνοίας τῷ σπαραγμῷ κατεξαίνετο, καὶ οὓς ἔδει κρύπτειν πλοκάμους, τούτους τῇ μέθῃ τῆς λύπης ἐπόμπευον; Ἀλλὰ τοὐναντίον φρονοῦντες, τοὐναντίον καὶ ποιεῖτε· καὶ τοὺς μὲν φονεῖς καὶ ὑπευθύνους θανάτου ἀφίετε, τοὺς δὲ ἀθώους καὶ δικαίους κολάζετε, τοῦ νόμου λέγοντος· Ἀθῶον καὶ δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς. Ὢ τάξις ἄτακτος, καὶ νόμος ἄνομος, παρὰ διαβόλου πεμπόμενος, παρὰ δαιμόνων γραφόμενος, ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων μέχρι τοῦ νῦν φυλαττόμενος! Ποῖος οὗτος νόμος, τὸ τοὺς μὲν φονεῖς περισώζεσθαι, τοῦτον δὲ τὸν τοῖς φονευθεῖσι τὴν ζωὴν χαριζόμενον ἀπόλλυσθαι; Τὸν γὰρ Βαραββὰν ἐπὶ στάσει καὶ φόνῳ εὑρεθέντα ἠξίωσαν Πιλᾶτον ἀπολυθῆναι, τὸν δὲ Ἰησοῦν τὸν τοὺς ὑπὸ τοῦ διαβόλου φονευθέντας ζωοποιήσαντα ἠξίωσαν σταυρωθῆναι.
Μετάφραση
Όταν η Βηθλεέμ πορφυρωνόταν από το αίμα των νηπίων, και ο πρόωρος μούστος των άγουρων σταφυλιών αναμειγνυόταν με τα θερμά δάκρυα των γονέων; Όταν η όψη των πατέρων παραμορφωνόταν από τον ολολυγμό, και τα σπλάχνα των μητέρων συσπώνταν από τους πόνους, και οι γαλακτοφόρες πηγές των μαστών ξηραίνονταν παράκαιρα; Όταν στα στέρνα των μητέρων η αναπνοή, εγκλωβισμένη και ασφυκτική, έβγαινε άτακτα από τους μυκτήρες; Όταν τα μάτια των πατέρων και των μητέρων μιμούνταν πηγές υδάτων, και ασημόχρωμες σταγόνες καυτών δακρύων έπεφταν από τις παρειές στο έδαφος; Όταν τα μαλλιά των γυναικών ξεσκίζονταν από τα ίδια τους τα νύχια μέσα στην πολλή παραφορά του σπαραγμού, και τους πλοκάμους που έπρεπε να κρύβουν, αυτούς διαπόμπευαν μέσα στη μέθη της λύπης; Αλλά, αφού σκέφτεστε τα αντίθετα, τα αντίθετα και πράττετε· και τους μεν φονιάδες και ενόχους θανάτου αφήνετε ελεύθερους, ενώ τους αθώους και δικαίους καταδικάζετε, παρότι ο νόμος λέει: «Αθώο και δίκαιο δεν θα θανατώσεις». Ω τάξη άτακτη και νόμε άνομε, που στάλθηκες από τον διάβολο, γράφτηκες από τους δαίμονες και τηρείσαι από τους Ιουδαίους μέχρι σήμερα! Τι είδους νόμος είναι αυτός, να διασώζονται οι μεν φονιάδες, αλλά αυτός που χαρίζει τη ζωή στους φονευθέντες να θανατώνεται; Διότι τον μεν Βαραββά, ο οποίος βρέθηκε ένοχος για στάση και φόνο, απαίτησαν από τον Πιλάτο να απολυθεί, τον δε Ιησού, που ζωοποίησε όσους είχαν φονευθεί από τον διάβολο, απαίτησαν να σταυρωθεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες