Ἐπεφώνησαν γὰρ, φησὶ, λέγοντες· «Αἶρε, αἶρε, σταύρωσον αὐτόν.» Ταύτην τὴν ἀνοσίαν καταβοὴν αἰτιᾶτο λέγων ὁ Κύριος διὰ φωνῆς Ἱερεμίου· «Ἐγκατέλιπον τὸν οἶκόν μου, ἀφῆκα τὴν κληρονομίαν μου, δέδωκα τὴν ἠγαπημένην ψυχήν μου εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτῆς· ἐγενήθη ἡ κληρονομία μου ἐμοὶ ὡς λέων ἐν δρυμῷ, ἔδωκεν ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν φωνὴν αὐτῆς· διὰ τοῦτο ἐμίσησα.»—(C f. 156 b) Ἔφη που περὶ τῆς τῶν Ἰουδαίων ἀνοσιότητος ὁ προφήτης Ὀσηέ [cod. Ἡσαΐας]· «Οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ᾽ ἐμοῦ! Δείλαιοί εἰσιν ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ. Ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτοὺς, αὐτοὶ δὲ κατελάλησαν κατ᾽ ἐμοῦ ψευδῆ.» Καὶ πάλιν· «Πεσοῦνται ἐν ῥομφαίᾳ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν διὰ ἀπαιδευσίαν γλώσσης αὐτῶν.» <Ὁ δὲ Πιλάτος ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν.> (A f. 298, B f. 209 b, C f. 156 b). Ἐπέκρινε τοίνυν, φησὶν, ὁ Πιλάτος γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν, καὶ νίκην νενικήκασιν ὀλέθρου μητέρα. Ἤνεγκε μὲν τὸν σταυρὸν ὁ Σωτὴρ ἐκ τοῦ πραιτωρίου, ὅτι καὶ Ἀβραὰμ ἀνιὼν ἐπὶ τὸ παραδειχθὲν αὐτῷ ὄρος, ἵνα θύσῃ τὸν Ἰσαὰκ, Θεοῦ γενέσθαι τὸ χρῆμα προστάττοντος, ἐπετίθει τῷ παιδίῳ τὰ ξύλα· καὶ ἦν εἰς τύπον Χριστοῦ, τὸν ἑαυτοῦ σταυρὸν εἰς ὤμους ἔχοντος.— (B f. 209 b) Καὶ ἄγεται μὲν ὁ Σωτὴρ ἐπὶ τὸ πάθος· Σίμωνι δὲ, φησὶ, Κυρηναίῳ ἐπέθεσαν τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. Ἕτερος δὲ τῶν ἁγίων εὐαγγελιστῶν καὶ αὐτὸν ἔφη τὸν Ἰησοῦν βαστάσαι τὸ ξύλον.
Μετάφραση
Διότι φώναξαν, λέει, λέγοντας: «Πάρε τον, πάρε τον, σταύρωσέ τον». Αυτήν την ανόσια κατακραυγή κατέκρινε ο Κύριος λέγοντας δια φωνής του Ιερεμία: «Εγκατέλειψα τον οίκο μου, άφησα την κληρονομιά μου, παρέδωσα την αγαπημένη μου ψυχή στα χέρια των εχθρών της· έγινε η κληρονομιά μου σε μένα σαν λιοντάρι στο δάσος, ύψωσε εναντίον μου τη φωνή της· γι' αυτό τη μίσησα». Είπε κάπου για την ανοσιότητα των Ιουδαίων ο προφήτης Ωσηέ [κώδ. Ησαΐας]: «Αλίμονο σε αυτούς, διότι αποστάτησαν από εμένα! Άθλιοι είναι, διότι ασέβησαν εναντίον μου. Και ενώ εγώ τους λύτρωσα, αυτοί καταλάλησαν εναντίον μου ψέματα». Και πάλι: «Θα πέσουν με ρομφαία οι άρχοντές τους εξαιτίας της απαιδευσίας της γλώσσας τους». <Ο δε Πιλάτος αποφάσισε να ικανοποιηθεί το αίτημά τους>. Αποφάσισε, λοιπόν, λέει, ο Πιλάτος να ικανοποιηθεί το αίτημά τους, και κατήγαγαν μια νίκη που είναι μητέρα του ολέθρου. Μετέφερε μεν τον σταυρό ο Σωτήρας από το πραιτώριο, επειδή και ο Αβραάμ ανεβαίνοντας στο όρος που του υποδείχθηκε, για να θυσιάσει τον Ισαάκ, καθώς ο Θεός πρόσταξε να γίνει τούτο, τοποθετούσε στο παιδί τα ξύλα· και αυτό ήταν ως τύπος του Χριστού, ο οποίος έφερε τον δικό του σταυρό στους ώμους. Και οδηγείται μεν ο Σωτήρας στο πάθος· στον Σίμωνα όμως, λέει, τον Κυρηναίο επέθεσαν τον σταυρό του. Άλλος όμως από τους αγίους ευαγγελιστές είπε ότι και ο ίδιος ο Ιησούς βάσταξε το ξύλο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες