Καὶ ἤγγισε καταφιλῆσαι αὐτὸν Ἰούδας καὶ εἶπεν». 〈ξζ〉. Παρέκοψεν ὃ ἐποίησε Πέτρος, ὅτε ἐπάταξε καὶ ἀφείλετο τὸ οὖς τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέως. 〈ξη〉. «Οἱ συνέχοντες ἐνέπαιζον δέροντες καὶ τύπτοντες καὶ λέγοντες· προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;» 〈ξθ〉. Προσέθετο μετὰ τό «τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος» «καὶ καταλύοντα τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας». 〈ο〉. Προσθήκη μετὰ τό «κελεύοντα φόρους μὴ δοῦναι» «καὶ ἀποστρέφοντα τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα». 〈οα〉. «Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Κρανίου τόπος ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐσκοτίσθη ὁ ἥλιος». 〈οβ〉. Παρέκοψε τό «σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ». 〈ογ〉. «Καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ἐξέπνευσεν». 〈οδ〉. «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, καθελὼν τὸ σῶμα ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν ἐν μνήματι λαξευτῷ». 〈οε〉. «Καὶ ὑποστρέψασαι αἱ γυναῖκες ἡσύχασαν τὸ σάββατον κατὰ τὸν νόμον». 〈οϛ〉. «Εἶπαν οἱ ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ· τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; ἠγέρθη, μνήσθητε ὅσα ἐλάλησεν ἔτι ὢν μεθ᾽ ὑμῶν, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παθεῖν καὶ παραδοθῆναι». 〈οζ〉. Παρέκοψε τὸ εἰρημένον πρὸς Κλεόπαν καὶ τὸν ἄλλον, ὅτε συνήντησεν αὐτοῖς, τό «ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τοῦ πιστεύειν πᾶσιν, οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται· οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν;» καὶ ἀντὶ δὲ τοῦ «ἐφ᾽ οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται» ἐποίησεν «ἐφ᾽ οἷς ἐλάλησα ὑμῖν».
Μετάφραση
«Και πλησίασε να τον φιλήσει ο Ιούδας και είπε». 〈ξζ〉. Απέκοψε αυτό που έκανε ο Πέτρος, όταν χτύπησε και αφαίρεσε το αυτί του δούλου του αρχιερέα. 〈ξη〉. «Αυτοί που τον κρατούσαν τον ενέπαιζαν, δέρνοντας και χτυπώντας τον και λέγοντας: προφήτευσε, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;» 〈ξθ〉. Πρόσθεσε μετά το «αυτόν βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος» το «και να καταλύει τον νόμο και τους προφήτες». 〈ο〉. Προσθήκη μετά το «παραγγέλλοντας να μη δίνουν φόρους» το «και αποστρέφοντας τις γυναίκες και τα τέκνα». 〈οα〉. «Και αφού ήλθαν σε τόπο που λέγεται Κρανίου τόπος, τον σταύρωσαν και διαμοίρασαν τα ιμάτιά του, και σκοτείνιασε ο ήλιος». 〈οβ〉. Απέκοψε το «σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο». 〈ογ〉. «Και αφού φώναξε με μεγάλη φωνή, εξέπνευσε». 〈οδ〉. «Και ιδού, άνδρας ονόματι Ιωσήφ, αφού κατέβασε το σώμα, το τύλιξε με σινδόνι και το έθεσε σε λαξευτό μνήμα». 〈οε〉. «Και αφού επέστρεψαν οι γυναίκες, ησύχασαν το Σάββατο σύμφωνα με τον νόμο». 〈οϛ〉. «Είπαν εκείνοι με τη λαμπρή εσθήτα: γιατί ζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Αναστήθηκε, θυμηθείτε όσα είπε ενώ ήταν ακόμη μαζί σας, ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να πάθει και να παραδοθεί». 〈οζ〉. Απέκοψε τα όσα ειπώθηκαν προς τον Κλεόπα και τον άλλον, όταν τους συνάντησε, το «ω ανόητοι και βραδείς στο να πιστεύετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες· δεν έπρεπε να τα πάθει αυτά;» και αντί του «σε όσα είπαν οι προφήτες» έβαλε «σε όσα σας είπα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες