Ὡσαύτως δὲ καὶ Λουκᾶς· καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευή, καὶ σάββατον ἐπέφωσκεν. Ἀλλὰ καὶ Ἰωάννης· ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν, ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου. Τηνικαῦτα δὲ καὶ τοῖς Ἰουδαίοις τὸ πάσχα ἔμελλε βιβρώσκεσθαι· καὶ αὐτοὶ γάρ φησιν οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα. Πρὸ δὲ τῆς παρασκευῆς τὸ δεῖπνον, πρὸ τοῦ πάσχα ἄρα τὸ δεῖπνον, καὶ πολλῷ γε μᾶλλον πρὸ τῶν ἀζύμων. Οὐκ ἄρα διὰ τὸν νόμον ἀνάγκην εἶχεν ὁ Κύριος τὸ δεῖπνον τελῶν τὸν κατὰ σὲ παραλαβεῖν ἄρτον ἄζυμον. Ἀλλὰ μᾶλλον, ἐπεὶ πρὸ τῶν ἡμερῶν τῶν ἀζύμων τὸ δεῖπνον ἐτέλεσεν, εἰ μὴ παρανομεῖν ἔμελλε παρὰ τὸν νενομισμένον καιρὸν ἐσθίων τὸ ἄζυμον, δῆλον, ὡς ἄρτον ἔλαβε τὸν συνήθη, καὶ τέλειον πανταχοῦ σωζόμενον, ἔτι μηδέπω τῆς ζύμης κατὰ τὸν νόμον ἀφανισθείσης.
Μετάφραση
Ομοίως δε και ο Λουκάς: «και η ημέρα ήταν παρασκευή, και ξημέρωνε σάββατο». Αλλά και ο Ιωάννης: «επειδή ήταν παρασκευή, διότι ήταν μεγάλη η ημέρα εκείνη του σαββάτου». Εκείνο τον καιρό δε, επρόκειτο να φαγωθεί το πάσχα και από τους Ιουδαίους· διότι «και οι ίδιοι», λέει, «δεν εισήλθαν στο πραιτώριο, για να μη μιανθούν, αλλά για να φάνε το πάσχα». Το δε δείπνο έγινε πριν από την παρασκευή, άρα το δείπνο προηγήθηκε του πάσχα, και πολύ περισσότερο προηγήθηκε των αζύμων. Δεν είχε λοιπόν ο Κύριος ανάγκη εξαιτίας του νόμου, κατά την τέλεση του δείπνου, να λάβει τον άζυμο άρτο, όπως ισχυρίζεσαι εσύ. Αλλά μάλλον, επειδή τέλεσε το δείπνο πριν από τις ημέρες των αζύμων, εάν δεν επρόκειτο να παρανομήσει τρώγοντας το άζυμο εκτός του νομίμου καιρού, είναι προφανές ότι έλαβε τον συνήθη άρτο, ο οποίος διατηρούνταν παντού τέλειος, καθώς η ζύμη δεν είχε ακόμη εξαφανιστεί σύμφωνα με τον νόμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες