Κεκέρδαγκε [ita cod.] τοίνυν τὸ θῆλυ γένος, καὶ λύσιν ὀνειδισμοῦ καὶ κατάρας ἀνατροπήν. Ὁ γὰρ εἰπὼν πάλαι πρὸς αὐτάς· «Ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα,» παῦλαν αὐταῖς δέδωκε τοῦ κακοῦ, συναντήσας αὐταῖς ἐν τῷ κήπῳ, ὥς φησιν ἕτερος εὐαγγελιστὴς, καὶ εἰπών· «Χαίρετε.» Πλὴν τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις ὁ περὶ τῆς ἀναστάσεως λόγος ἔδοξεν εἶναι λῆρός τις. ἁπλῶς καὶ πρᾶγμα κατεψευσμένον, διά τοι τὸ μηδὲ αὐτοὺς εἰδέναι τὴν θεόπνευστον Γραφήν. Ἠπίστησαν γοῦν, καὶ τὸ ἀπαγγελθὲν ἔσκωψαν καὶ διέπτυσαν. (D f. 81 b) Πῶς παρὰ μὲν τῷ Ἰωάννῃ τῆς Μαρίας ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ δρομαῖοι ἐλθόντες ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἐπίστευσαν; καὶ τοῦτο αὐτοῖς μαρτυρεῖ ἡ Γραφὴ λέγουσα· «Ὅτε οὖν εἰσῆλθον, ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσε.» Παρὰ δὲ τῷ Λουκᾷ εἴρηται· «Καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς (ἦν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία, καὶ Ἰωάννα, καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα), καὶ ἠπίστουν αὐταῖς. <Ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην.> (D f. 82) Δύο τῶν μαθητῶν βαδίζοντες εἰς κώμην Ἐμμαοῦν λεγομένην, πρὸς ἀλλήλους ὡς οὐ ζῶντα προσδοκῶντες ἔτι τὸν Χριστὸν, ἀλλ᾽ ὡς ἀνῃρημένου ἀνιώμενοι, ὡμίλουν λέγοντες τὰ περὶ αὐτοῦ. »
Μετάφραση
Κέρδισε λοιπόν το γυναικείο γένος, και την απαλλαγή από τον ονειδισμό και την ανατροπή της κατάρας. Διότι εκείνος που τους είχε πει παλαιότερα: «Με λύπες θα γεννάς τέκνα», τους έδωσε την παύση του κακού, όταν τις συνάντησε στον κήπο, όπως αναφέρει άλλος ευαγγελιστής, και είπε: «Χαίρετε». Όμως στους αγίους αποστόλους ο λόγος περί της αναστάσεως φάνηκε να είναι κάποια φλυαρία, απλώς και ένα πράγμα ψεύτικο, επειδή ούτε και αυτοί γνώριζαν τη θεόπνευστη Γραφή. Απίστησαν λοιπόν, και ειρωνεύτηκαν και απέρριψαν όσα αναγγέλθηκαν. (D f. 81 b) Πώς, σύμφωνα με τον Ιωάννη, αφού άκουσαν τη Μαρία οι μαθητές, προσήλθαν τρέχοντας στο μνημείο και πίστεψαν; Και αυτό το μαρτυρεί για αυτούς η Γραφή λέγοντας: «Όταν λοιπόν εισήλθαν, ο άλλος μαθητής που είχε έλθει πρώτος στο μνημείο, και είδε και πίστεψε». Σύμφωνα όμως με τον Λουκά, αναφέρεται: «Και αφού επέστρεψαν από το μνημείο, ανήγγειλαν όλα αυτά στους ένδεκα και σε όλους τους υπολοίπους (ήταν δε η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Ιωάννα, και η Μαρία του Ιακώβου, και οι υπόλοιπες μαζί τους, οι οποίες έλεγαν αυτά προς τους αποστόλους), και δεν τις πίστευαν. <Ιδού δύο από αυτούς πορεύονταν την ίδια εκείνη ημέρα σε ένα χωριό.> (D f. 82) Δύο από τους μαθητές, βαδίζοντας προς το χωριό που ονομαζόταν Εμμαούς, συνομιλούσαν μεταξύ τους λέγοντας τα σχετικά με αυτόν, μη προσδοκώντας πλέον τον Χριστό ως ζωντανό, αλλά θλιβόμενοι επειδή είχε θανατωθεί.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες