Ἀπόκρισις ὀρθοδόξου. Εὔκαιρον ἡμῖν νῦν πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν τὸ Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐλάλησαν περὶ Χριστοῦ ἀπόστολοι καὶ προφῆται. Βουλόμενοι γάρ, ὡς νομίζετε, θεότητα δεῖξαι ὅλον τὸν Χριστόν, αὐτῇ τῇ θεότητι αὐτοῦ καθάπερ Μανιχαῖοι καὶ Ἀρειανοὶ προσκρούετε παθητὴν αὐτὴν καὶ τρεπτὴν ὡς τὰ κτίσματα δεικνύντες. Ἀμέλει γοῦν ὁ θεῖος καὶ πάνσοφος ἐν διδασκάλοις Μελίτων ἐν τῷ Περὶ σαρκώσεως Χριστοῦ λόγῳ τρίτῳ λίαν ἐπιμέμφεται πάντα ἐξηγητὴν τὸν βουλόμενον ἐκ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ὑπὸ Χριστοῦ πραχθέντων παραστῆσαι ἢ πιστώσασθαι τὸ ἀληθὲς τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἢ τῶν φυσικῶν καὶ ἀναμαρτήτων αὐτοῦ πραγμάτων (λέγω δὴ πείνης, δίψης, ὕπνου, κόπου, δακρύου, πτύσματος, ἱδρῶτος, ἐκκρίσεώς τε τῆς διὰ ῥινῶν καὶ ἐκκρίσεως καὶ ἀποβολῆς τῆς φθειρομένης καὶ πεπτομένης βρώσεώς τε καὶ πόσεως) φυσικῶς, οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ τῶν κατὰ ψυχὴν ὁμοίως ἀδιαβλήτων καὶ φυσικῶν ἡμῶν ὄντων, τουτέστι λύπης καὶ ἀγωνίας καὶ ἀθυμίας. Φησὶ γὰρ κατὰ Μαρκίωνος συντάττων ὁ θεόσοφος Μελίτων· ἀπηρνεῖτο γὰρ καὶ ὁ Μαρκίων καθάπερ καὶ Σευῆρός τε καὶ Γαϊανὸς τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ οἰκονομίαν, τὰς αὐτὰς προτάσεις καὶ χρήσεις εὐαγγελικὰς πρὸς τὸν ἱερὸν Μελίτωνα προβαλλόμενος, ἅσπερ καὶ νῦν οὗτοι πρὸς ἡμᾶς οἱ Μαρκίωνος τοῦ Ποντικοῦ μαθηταί. Πρὸς ὃν λίαν ἐχεφρόνως ὁ Μελίτων ἀπεκρίνατο φάσκων, ὡς Οὐδὲ μία ἀνάγκη τοῖς ὅλως νοῦν ἔχουσιν ἐξ ὧν μετὰ τὸ βάπτισμα ὁ Χριστὸς ἔπραξε παριστᾶν τὸ ἀληθὲς καὶ ἀφάνταστον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ τοῦ σώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὰ γὰρ μετὰ τὸ βάπτισμα, φησίν, ὑπὸ Χριστοῦ πραχθέντα, καὶ μάλιστα τὰ σημεῖα, τὴν αὐτοῦ κεκρυμμένην ἐν σαρκὶ θεότητα ἐδήλουν καὶ ἐπιστοῦντο τῷ κόσμῳ. Θεὸς γὰρ ὢν ὁμοῦ τε καὶ ἄνθρωπος τέλειος ὁ αὐτὸς τὰς δύο αὑτοῦ οὐσίας ἐπιστώσατο ἡμῖν, τὴν μὲν θεότητα αὐτοῦ διὰ τῶν σημείων ἐν τῇ τριετίᾳ τῇ μετὰ τὸ βάπτισμα, τὴν δὲ ἀνθρωπότητα αὐτοῦ ἐν τοῖς τριάκοντα χρόνοις τοῖς πρὸ τοῦ βαπτίσματος, ἐν οἷς διὰ τὸ ἀτελὲς τὸ κατὰ σάρκα ἀπέκρυβε τὰ σημεῖα τῆς αὑτοῦ θεότητος καίπερ θεὸς ἀληθὴς προαιώνιος ὑπάρχων. Καὶ οὐ πεποίηκε σημεῖον προφανῶς ἐν ἀνθρώποις ἐπὶ γῆς, ὥς φησι τὸ εὐαγγέλιον, πρὸ τοῦ σημείου τοῦ οἴνου τοῦ ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας ἐν τῷ γάμῳ μετὰ τὸ αὑτοῦ βάπτισμα, ἀλλὰ πᾶσαν [ὅλην] τὴν <τριακονταετηρίδα> καθ’ ὁμοιότητα ἡμῶν κατὰ πάντα τρόπον ἐβίωσε καὶ διῆξε δίχα μόνης τῆς ἁμαρτίας, καθὰ Παῦλος μαρτυρεῖ, καίπερ θεὸς ὢν ἀληθὴς καὶ πρὸ σαρκὸς καὶ μετὰ σάρκωσιν.
Μετάφραση
Απόκριση Ορθοδόξου Είναι τώρα καιρός να σας πούμε το· «Ω ανόητοι και βραδείς στην καρδιά, στο να πιστεύετε όλα όσα μίλησαν για τον Χριστό οι απόστολοι και οι προφήτες». Διότι, θέλοντας, όπως νομίζετε, να δείξετε ότι ο Χριστός είναι ολόκληρος θεότητα, προσκρούετε στην ίδια τη θεότητά Του, όπως οι Μανιχαίοι και οι Αρειανοί, παρουσιάζοντάς την παθητή και τρεπτή, όπως τα κτίσματα. Πράγματι, ο θείος και πανσόφος μεταξύ των διδασκάλων Μελίτων, στον τρίτο λόγο του Περί της σαρκώσεως του Χριστού, ελέγχει πολύ αυστηρά κάθε ερμηνευτή που θέλει, από όσα έκανε ο Χριστός μετά το βάπτισμα, να αποδείξει ή να βεβαιώσει την αλήθεια της ψυχής ή του σώματός Του, ή των φυσικών και αναμαρτήτων Του ενεργημάτων — εννοώ βέβαια την πείνα, τη δίψα, τον ύπνο, τον κόπο, το δάκρυ, το πτύσμα, τον ιδρώτα, την έκκριση από τη μύτη, καθώς και την αποβολή και αποχέτευση της φθειρόμενης και χωνευόμενης τροφής και του ποτού — φυσικώς· και όχι μόνο αυτών, αλλά και όσων είναι κατά την ψυχή κατά τον ίδιο τρόπο αδιάβλητα και φυσικά σε εμάς, δηλαδή της λύπης, της αγωνίας και της αθυμίας. Διότι, συντάσσοντας ο θεόσοφος Μελίτων εναντίον του Μαρκίωνος, λέγει τα εξής· επειδή και ο Μαρκίων, όπως και ο Σεβήρος και ο Γαϊανός, αρνιόταν την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, προβάλλοντας προς τον ιερό Μελίτωνα τις ίδιες ευαγγελικές θέσεις και χρήσεις, τις οποίες τώρα προβάλλουν και προς εμάς αυτοί εδώ, οι μαθητές του Μαρκίωνος του Ποντικού. Προς αυτόν ο Μελίτων αποκρίθηκε με μεγάλη σύνεση, λέγοντας ότι: «Καμία απολύτως ανάγκη δεν έχουν όσοι έχουν έστω και λίγο νου να αποδεικνύουν από όσα έκανε ο Χριστός μετά το βάπτισμα το αληθινό και όχι φανταστικό της ψυχής Του και του σώματός Του, δηλαδή της κατά ημάς ανθρώπινης φύσεως. Διότι όσα έγιναν από τον Χριστό μετά το βάπτισμα», λέει, «και προ πάντων τα σημεία, φανέρωναν και βεβαίωναν στον κόσμο τη θεότητά Του, η οποία ήταν κρυμμένη μέσα στη σάρκα. Επειδή ο ίδιος ήταν μαζί και Θεός και τέλειος άνθρωπος, βεβαίωσε σε εμάς τις δύο ουσίες Του: τη θεότητά Του μεν διά των σημείων κατά την τριετία μετά το βάπτισμα, την ανθρωπότητά Του δε κατά τα τριάντα έτη πριν από το βάπτισμα, στα οποία, εξαιτίας της ατελείας της κατά σάρκα ηλικίας, έκρυβε τα σημεία της θεότητός Του, αν και ήταν αληθινός προαιώνιος Θεός. Και δεν έκανε φανερά κανένα σημείο ενώπιον των ανθρώπων επάνω στη γη, όπως λέει το Ευαγγέλιο, πριν από το σημείο του οίνου στην Κανά της Γαλιλαίας, στον γάμο, μετά το βάπτισμά Του· αλλά όλη την τριακονταετία την έζησε και τη διήλθε κατά την ομοιότητά μας με κάθε τρόπο, χωρίς μόνη την αμαρτία, όπως μαρτυρεί ο Παύλος, αν και ήταν αληθινός Θεός και πριν από τη σάρκα και μετά την ενανθρώπηση».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής