σαφέστερον γὰρ αὐτὸ διηγοῦνται· «μνήσθητε γάρ, φησίν, ὅτι ἔτι περιὼν ταῦτα ἔλεγεν ὑμῖν, ὅτι δεῖ παθεῖν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου». 〈Σχόλιον〉 〈οζ〉. Παρέκοψε τὸ εἰρημένον πρὸς Κλεόπαν καὶ τὸν ἄλλον, ὅτε συνήντησεν αὐτοῖς, τό «ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τοῦ πιστεύειν πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται· οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν;» καὶ ἀντὶ δὲ τοῦ «ἐφ᾽ οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται» ἐποίησεν «ἐφ᾽ οἷς ἐλάλησα ὑμῖν». ἐλέγχεται δὲ ὅτι «ὅτε ἔκλασε τὸν ἄρτον, ἠνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν». 〈Ἔλεγχος〉 〈οζ〉. Πόθεν ἡ κλάσις τοῦ ἄρτου ἐγένετο; λέγε, ὦ Μαρκίων. ἀπὸ φαντασίας ἢ ἀπὸ σώματος ἐνεργοῦντος ὀγκηροῦ κατὰ ἀλήθειαν; ἀναστὰς γὰρ ἐκ τῶν νεκρῶν ἐν αὐτῷ τῷ ἁγίῳ σώματι ἀνέστη ἐν ἀληθείᾳ. ἐποίησας δέ, ὦ Μαρκίων, ἀντὶ τοῦ «οὐ ταῦτά ἐστιν ἃ ἐλάλησαν οἱ προφῆται;» «οὐ ταῦτά ἐστιν ἃ ἐλάλησα ὑμῖν;» εἰ δὲ εἶπεν αὐτοῖς «ἐλάλησα ὑμῖν», πάντῃ ἐγίνωσκον αὐτὸν ἂν ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ «ἐλάλησα ὑμῖν». πῶς οὖν ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου λέγει «ἠνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἐπέγνωσαν αὐτὸν καὶ ἄφαντος ἐγένετο»; ἔπρεπεν γὰρ αὐτῷ θεῷ ὄντι καὶ μεταβάλλοντι αὐτοῦ τὸ σῶμα εἰς πνευματικὸν δεικνύναι μὲν αὐτὸ σῶμα ἀληθινόν, ἀφαντοῦσθαι δὲ ὅτε ἐβούλετο, ὅτι πάντα αὐτῷ δυνατά.
Μετάφραση
Διότι το διηγούνται με μεγαλύτερη σαφήνεια: «θυμηθείτε», λέει, «ότι ενώ βρισκόταν ακόμη μαζί σας, σας τα έλεγε αυτά, ότι δηλαδή πρέπει να πάθει ο Υιός του ανθρώπου». 〈Σχόλιο〉 〈οζ΄〉. Απέκοψε τα λόγια που ειπώθηκαν προς τον Κλεόπα και τον άλλον, όταν τους συνάντησε, δηλαδή το: «Ω, ανόητοι και βραδείς στο να πιστέψετε σε όλα όσα ελάλησαν οι προφήτες· δεν έπρεπε να τα πάθει αυτά;» Και αντί του «για όσα ελάλησαν οι προφήτες», το μετέτρεψε σε «για όσα σας ελάλησα». Ελέγχεται όμως από το γεγονός ότι «όταν έκλασε τον άρτο, ανοίχθηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν». 〈Έλεγχος〉 〈οζ΄〉. Από πού προήλθε η κλάση του άρτου; Λέγε, ω Μαρκίωνα. Από φαντασία ή από σώμα που ενεργούσε έχοντας πραγματικό όγκο; Διότι, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, αναστήθηκε αληθινά με το ίδιο το άγιο του σώμα. Εσύ όμως, ω Μαρκίωνα, αντί του «δεν είναι αυτά που ελάλησαν οι προφήτες;», έγραψες «δεν είναι αυτά που σας ελάλησα;». Εάν όμως τους είχε πει «σας ελάλησα», οπωσδήποτε θα τον είχαν αναγνωρίσει από τον λόγο του «σας ελάλησα». Πώς λοιπόν κατά την κλάση του άρτου αναφέρει ότι «ανοίχθηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν, και έγινε άφαντος»; Διότι άρμοζε σε αυτόν, εφόσον ήταν Θεός και μετέβαλλε το σώμα του σε πνευματικό, αφενός να το επιδεικνύει ως αληθινό σώμα, αφετέρου δε να γίνεται άφαντος όποτε το επιθυμούσε, επειδή τα πάντα είναι δυνατά σε αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες