Ἐπεὶ δὲ Ἡρώδης ὁ τοῦ βρεφοκτόνου ἐκείνου υἱός, τὴν μὲν ἀρχὴν τοῦ πατρὸς πᾶσαν οὐ διεδέξατο, τετράρχης γὰρ οὗτος ἦν, τῇ δὲ κακίᾳ τούτου καὶ προσετίθει, συζῶν ἀκολασίᾳ καὶ παράδειγμα τοῖς Ἰουδαίοις πάσης κακίας προκείμενος, οὐκ ἠνέσχετο ὁ Ἰωάννης σιγᾶν (πῶς γὰρ φωνὴ τῆς ἀληθείας ὤν;), ἀλλ’ ἤλεγχεν αὐτὸν περί τε τῶν ἄλλων ἁπάντων ὧν ἐποίει πονηρῶν, καὶ μάλιστα περὶ Ἡρωδιάδος τῆς γυναικὸς τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἣν ἁρπάσας ἐκεῖνος παρανόμως ἔγημε, λέγων πρὸς αὐτόν· «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ σου». Ὁ δὲ τὸν ἔλεγχον, μᾶλλον δὲ τοὺς ἐλέγχους, μὴ φέρων, προσέθηκε καὶ τοῦτο τοῖς ἄλλοις πονηροῖς ἔργοις, καὶ κατέκλεισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ.
Μετάφραση
Επειδή δε ο Ηρώδης, ο γιος εκείνου του βρεφοκτόνου, δεν διαδέχθηκε μεν ολόκληρη την εξουσία του πατέρα του, διότι αυτός ήταν τετράρχης, αλλά στην κακία εκείνου πρόσθετε ακόμη περισσότερη, ζώντας με ακολασία και αποτελώντας για τους Ιουδαίους παράδειγμα κάθε κακίας, ο Ιωάννης δεν ανέχθηκε να σιωπά (πώς θα μπορούσε άλλωστε, όντας η φωνή της αλήθειας;), αλλά τον ήλεγχε τόσο για όλα τα άλλα πονηρά που έπραττε, όσο και μάλιστα για την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα του αδελφού του, την οποία, αφού άρπαξε, παντρεύτηκε παράνομα, λέγοντάς του: «Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του Φιλίππου, του αδελφού σου». Εκείνος όμως, μη αντέχοντας τον έλεγχο, ή μάλλον τους ελέγχους, πρόσθεσε και αυτό στα άλλα πονηρά του έργα, και έκλεισε τον Ιωάννη στη φυλακή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες