Ὡς γὰρ ἐν τοῖς περὶ τῶν ἀνθρώπων λόγοις, ὅταν λέγωμεν ὅτι, Ὁ δεῖνα ἐκ τοῦδε γέγονεν, οὐ τὸ τί ἐστιν ἑκάστου, ἀλλὰ τὸ ὅθεν γέγονε διηγούμεθα· οὕτω καὶ ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ ἡ ἀγέννητος φωνὴ οὐ τὸ τί, ἀλλὰ τὸ μηδαμόθεν αὐτοῦ σημαίνει. Οὕτω δ᾽ ἂν σαφέστερον ὃ λέγω γένοιτο. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, τὴν κατὰ σάρκα γενεαλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκτιθέμενος, καὶ ἀπὸ τῶν τελευταίων ἐπὶ τοὺς πρώτους ἀναποδίζων, ἤρξατο μὲν ἀπὸ τοῦ Ἰωσήφ· εἰπὼν δὲ τοῦτον μὲν τοῦ Ἡλεὶ, τὸν δὲ τοῦ Ματθὰν, καὶ οὕτω κατὰ ἀνάλυσιν πρὸς τὸν Ἀδὰμ τὴν ἐξήγησιν ἐπανάγων, εἶτα ἐλθὼν ἐπὶ τοὺς ἄνω, καὶ εἰπὼν ὅτι ὁ Σὴθ ἐκ τοῦ Ἀδὰμ, ὁ δὲ Ἀδὰμ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἐνταῦθα τῆς ἀναβάσεως ἔληξεν· οὐχὶ τὰς οὐσίας τῶν ἀπηριθμημένων δηλῶν ἐν τῇ διηγήσει τῆς ἑκάστου γενέσεως, ἀλλὰ τὰς προσεχεῖς ἀρχὰς ἀφ᾽ ἧς ἕκαστος γέγονεν ἐκτιθέμενος. Ὥσπερ οὖν ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐκ τοῦ Θεοῦ· οὕτως ἡμεῖς ἑαυτοὺς ἐρωτήσωμεν, ὁ δὲ Θεὸς ἐκ τίνος; Ἆρα οὐχὶ πρόχειρόν ἐστιν ἐν τῇ ἑκάστῳ διανοίᾳ, ὅτι ἐξ οὐδενός; Τὸ δὲ ἐξ οὐδενὸς τὸ ἄναρχόν ἐστι δηλονότι· τὸ δὲ ἄναρχον τὸ ἀγέννητον.
Μετάφραση
Διότι, όπως ακριβώς στις συζητήσεις περί των ανθρώπων, όταν λέμε ότι «ο δείνα γεννήθηκε από τον τάδε», δεν αναλύουμε το τι είναι ο καθένας, αλλά το από πού προήλθε· έτσι και στα περί Θεού, ο όρος «αγέννητος» δεν φανερώνει το τι είναι, αλλά το ότι δεν προέρχεται από πουθενά. Με τον ακόλουθο τρόπο θα γινόταν σαφέστερο αυτό που λέω. Ο ευαγγελιστής Λουκάς, εκθέτοντας την κατά σάρκα γενεαλογία του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και προχωρώντας αντίστροφα από τους τελευταίους προς τους πρώτους, ξεκίνησε μεν από τον Ιωσήφ· και αφού ανέφερε ότι αυτός ήταν του Ηλί, και εκείνος του Ματθάν, και ανάγοντας έτσι αναλυτικά την αφήγηση προς τον Αδάμ, έπειτα φτάνοντας στους παλαιότερους και λέγοντας ότι ο Σηθ γεννήθηκε από τον Αδάμ, και ο Αδάμ από τον Θεό, στο σημείο αυτό ολοκλήρωσε την αναδρομή. Δεν φανέρωσε τις ουσίες αυτών που απαριθμήθηκαν κατά την αφήγηση της γέννησης του καθενός, αλλά εξέθεσε τις άμεσες αρχές από τις οποίες ο καθένας προήλθε. Όπως λοιπόν εκείνος είπε ότι ο Αδάμ προέρχεται από τον Θεό, έτσι ας ρωτήσουμε και εμείς τον εαυτό μας: ο Θεός από ποιον προέρχεται; Άραγε δεν είναι αυτονόητο στη διάνοια του καθενός, ότι δεν προέρχεται από κανέναν; Αυτό δε το «από κανέναν» (εξ ουδενός) είναι προφανώς το άναρχο· και το άναρχο είναι το αγέννητο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες