Ἐπειδὴ ἐγένετο ἡ 〈κληρονομία μου ἐμοὶ ὡς λέων ἐν δρυμῷ.〉 Τί γὰρ ἐποίησεν; 〈Ἔδωκεν ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν φωνὴν αὐτῆς.〉 Τί λέγουσα; 〈Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν.〉 Περὶ δὲ τῶν ἐθνῶν· 〈Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου.〉 Διὰ τοῦτο τὸ βιβλίον Ἠσαΐου λαβὼν ἀνέγνω ὡς διαθήκην· αὐτὸς γὰρ ἔλαβε τόμον καὶ ἀναγνοὺς ὑπέγραψε· 〈Σήμερον ἡ γραφὴ αὕτη πεπλήρωται.〉 Εἰπὲ γάρ, ὦ Ἰουδαῖε, μὴ εἰς τὴν ἀρχὴν 〈ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης,〉 οὐχὶ δὲ 〈εἰς τὸ τέλος;〉 Ἴδωμεν· σὺ εἰς τὸ τέλος τί ἐκληρονόμησας;
Μετάφραση
Επειδή έγινε «η κληρονομιά μου για μένα σαν λιοντάρι στο δάσος». Διότι τι έκανε; «Έβγαλε εναντίον μου τη φωνή της». Τι λέγοντας; «Πάρε τον, πάρε τον, σταύρωσέ τον». Σχετικά όμως με τα έθνη: «Έδωσες κληρονομιά σε εκείνους που φοβούνται το όνομά σου». Γι' αυτό, παίρνοντας το βιβλίο του Ησαΐα, το διάβασε ως διαθήκη· διότι ο ίδιος πήρε τον τόμο και, αφού τον διάβασε, τον επικύρωσε: «Σήμερα εκπληρώθηκε αυτή η γραφή». Πες μου, λοιπόν, Ιουδαίε, μήπως στην αρχή δεν αναφέρεται «υπέρ της κληρονομούσης», και όχι «εις το τέλος»; Ας δούμε· εσύ στο τέλος τι κληρονόμησες;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες