Ὄντως οὐ μόνον ἐξῆλθεν ἐκ τῶν ἐθνικῶν ὁρίων ἐκείνων ἡ Χαναναία, ἀλλὰ καὶ ὡς κρίνον ἱερὸν ἐκ κοιλάδων ἀνέδραμε, τὴν τοῦ θείου Πνεύματος εὐωδίαν ἀπὸ τοῦ οἰκείου στόματος διὰ τῶν λόγων ἐκπνέουσα· εἰ γὰρ «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ», τίς ἀμφιγνοήσει θείῳ Πνεύματι κινεῖσθαι τὴν γλῶτταν τῆς Χαναναίας, ἣ Δαβὶδ υἱὸν καὶ Κύριον καλεῖ τὸν αὐτόν, καὶ τὸν παρ’ αὐτοῦ ἔλεον ἐπικαλεῖται ὡς κατὰ δαιμόνων τὸ κράτος ἔχοντος; Ἐπεὶ γὰρ ἡ πίστις κατὰ Παῦλον ἐξ ἀκοῆς, ἐξεπορεύετο δὲ «ἦχος περὶ τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν Λουκᾶν, «εἰς πάντα τόπον τῆς περιχώρου» ἐκείνης, εὔηχον εὑρὼν σκεῦος τὴν Χαναναίαν, δι’ αὐτῆς ἐπηχεῖ γεγωνότερον· ἀναπεισθεῖσα γὰρ καὶ πιστεύσασα καὶ προσδραμοῦσα θερμῶς ἐξάκουστος ἱκέτις ἅμα καὶ κήρυξ γίνεται, κραυγάζουσα πόρρωθεν, «ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαβίδ, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἐκείνη μὲν γὰρ ἀνεπαισθήτως ἔχει τῆς συμφορᾶς, ἐγὼ δὲ τὰ σπλάγχνα πίμπραμαι τοῦ πάθους τὴν αἴσθησιν ἔχουσα καὶ σοῦ τὸν ἔλεον ἐπιβοῶμαι· ὃς υἱὸς μὲν εἶ Δαβὶδ ἐκ σπέρματος ὢν αὐτοῦ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, Κύριος δὲ πάντων ὡς Θεὸς προαιώνιος, καὶ σοῦ παραχωροῦντος ὁ δαίμων ἐλαύνει μου τὸ θυγάτριον· ἂν δὲ ἐλεήσας πρὸς ἡμᾶς ἐπιστρέψῃς, ὁ τῆς σῆς ὀργῆς ὑπηρέτης ἐκεῖνος εὐθὺς οἰχήσεται.
Μετάφραση
Πράγματι, η Χαναναία όχι μόνο βγήκε από εκείνα τα εθνικά όρια, αλλά και σαν ιερός κρίνος ξεπρόβαλε από τις κοιλάδες, αναδίδοντας την ευωδία του Αγίου Πνεύματος από το ίδιο της το στόμα μέσω των λόγων της. Διότι, εάν «κανείς δεν μπορεί να αποκαλέσει Κύριο τον Ιησού, παρά μόνο εν Πνεύματι Αγίω», ποιος θα αμφισβητήσει ότι η γλώσσα της Χαναναίας κινούνταν από το θείο Πνεύμα, εφόσον αποκαλεί τον Ίδιο υιό του Δαβίδ και Κύριο, και επικαλείται το έλεός Του, αναγνωρίζοντάς Τον ως Αυτόν που έχει την εξουσία κατά των δαιμόνων; Επειδή, λοιπόν, η πίστη σύμφωνα με τον Παύλο προέρχεται από την ακοή, και η «φήμη για τον Χριστό» διαδιδόταν, σύμφωνα με τον Λουκά, «σε κάθε τόπο εκείνης της περιχώρου», βρίσκοντας ως εύηχο σκεύος τη Χαναναία, μέσω αυτής αντηχεί δυνατότερα· διότι αφού πείστηκε, πίστεψε και προσέδραμε με θέρμη, γίνεται ταυτόχρονα ξακουστή ικέτιδα και κήρυκας, φωνάζοντας δυνατά από μακριά: «Ελέησέ με, Κύριε, υιέ του Δαβίδ, η κόρη μου βασανίζεται άσχημα από δαιμόνιο». Διότι εκείνη μεν δεν έχει συναίσθηση της συμφοράς της, εγώ όμως φλέγομαι στα σπλάχνα έχοντας την αίσθηση του πόνου και εκλιπαρώ το έλεός Σου· Εσένα, που είσαι μεν υιός του Δαβίδ όντας από το σπέρμα του ως προς την ανθρώπινη φύση, αλλά Κύριος των πάντων ως προαιώνιος Θεός, και με τη δική Σου παραχώρηση ο δαίμονας ταλαιπωρεί τη θυγατέρα μου· εάν όμως μας σπλαχνιστείς και στραφείς προς εμάς, εκείνος ο υπηρέτης της οργής Σου θα εξαφανιστεί αμέσως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες