Πλὴν ἐκεῖνο ἄθρει· οὐ γὰρ ἰσχύσαντες ἀνελκύσαι τὸ λῖνον Σίμων τε καὶ οἱ σὺν αὐτῷ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ φόβου καὶ τῆς ἐκπλήξεως μὴ τολμῶντες λαλῆσαι, ἀπὸ γὰρ τοῦ θαυμάζειν εἰς ἀφωνίαν περιέστησαν, κατένευσαν, φησὶ, τοῖς μετόχοις, δῆλον δὲ ὅτι τῶν ἁλιευτικῶν ἐπιτηδευμάτων, ὥστε συλλαβέσθαι αὐτοῖς, καὶ συνδιασῶσαι τὴν ἄγραν. Πολλοὶ γὰρ τοῖς τῶν ἁγίων ἀποστόλων συνήραντο καὶ συναίρονται πόνοις, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων, οἱ τὰς ἱερὰς ἡμῖν τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων ἀνερευνῶντες Γραφὰς, καὶ μετ᾽ ἐκείνους ἕτεροι ποιμένες τε καὶ διδάσκαλοι, καὶ λαῶν ἡγούμενοι, καὶ τῶν τῆς ἀληθείας δογμάτων ἐπιστήμονες· ἀναφέρεται γὰρ ἔτι τὸ λίνον, πληροῦντος αὐτὸ Χριστοῦ, καὶ καλοῦντος εἰς ἐπιστροφὴν τοὺς ἐν βυθοῖς θαλάσσης, κατὰ τὸ γεγραμμένον. τουτέστι τοὺς ἐν ζάλῃ καὶ κύμασιν ὄντας κοσμικοῖς. <Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος, κ.τ.λ.> (A f. 83, H f. 255) Διὰ ταῦτα καὶ Πέτρος, ἐπειδὴ τῇ μνήμῃ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων προσέπεσε, τρέμει καὶ δέδοικε, καὶ ὡς ἄναγνος, τὸν καθαρὸν οὐ θαῤῥεῖ ὑποδέξασθαι, διὰ δειλίαν ἐπαινουμένην· ἔμαθε γὰρ, κατὰ τὸν νόμον, ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου διαστέλλειν. <Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας, κ.τ.
Μετάφραση
Όμως πρόσεξε το εξής: επειδή ο Σίμων και όσοι ήταν μαζί του δεν μπόρεσαν να ανασύρουν το δίχτυ, και γι' αυτό από τον φόβο και την έκπληξη δεν τολμούσαν να μιλήσουν, αφού από τον θαυμασμό έφτασαν στο σημείο να μείνουν άφωνοι, έκαναν νόημα, λέει, στους συνεταίρους τους, προφανώς στις αλιευτικές εργασίες, ώστε να τους βοηθήσουν και να διασώσουν μαζί τους την ψαριά. Διότι πολλοί συμπαραστάθηκαν και συμπαρίστανται στους κόπους των αγίων αποστόλων, και πρώτοι από όλους εκείνοι που ερευνούν για εμάς τις ιερές Γραφές των αγίων Ευαγγελίων, και μετά από αυτούς άλλοι ποιμένες και δάσκαλοι, και ηγέτες των λαών, και γνώστες των δογμάτων της αλήθειας· διότι ακόμη ανασύρεται το δίχτυ, καθώς ο Χριστός το γεμίζει και καλεί σε επιστροφή αυτούς που βρίσκονται στα βάθη της θάλασσας, σύμφωνα με το γεγραμμένο, δηλαδή αυτούς που βρίσκονται στη ζάλη και τα κύματα του κόσμου. <Όταν δε το είδε ο Σίμων Πέτρος, κ.τ.λ.> (A f. 83, H f. 255) Γι' αυτόν τον λόγο και ο Πέτρος, επειδή ήρθε στο μυαλό του η μνήμη των προηγούμενων αμαρτημάτων του, τρέμει και φοβάται, και ως ακάθαρτος, δεν τολμά να υποδεχθεί τον καθαρό, εξαιτίας ενός αξιέπαινου φόβου· διότι έμαθε, σύμφωνα με τον νόμο, να διακρίνει ανάμεσα στο άγιο και στο βέβηλο. <Και ιδού, ένας άνδρας γεμάτος λέπρα, κ.τ.λ.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες