Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. Καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα, ἥψατο αὐτοῦ, εἰπών, Θέλω, καθαρίσθητι· καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν· ἀλλὰ ἀπελθών, δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ, καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωσῆς, εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. Διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ. Καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοί, ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν. Αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ προσευχόμενος.» Ἀξιοθαύμαστος ὁ λεπρός, ὅτι θεοπρεπῆ ἔννοιαν περὶ τοῦ Κυρίου ἔχων, φησίν, Ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. Τοῦτο γὰρ δείκνυσιν αὐτὸν ἐννοοῦντα περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὡς περὶ Θεοῦ· οὐ γὰρ ὡς ἰατρῷ προσήρχετο (ἡ γὰρ λέπρα ἰατρῶν χερσὶν ἀνεπιχείρητος), ἀλλ’ ὡς Θεῷ· τούτου γὰρ μόνου τὸ τὰ τοιαῦτα ἰᾶσθαι. Ὁ δὲ Κύριος ἅπτεται αὐτοῦ, οὐκ ἀλόγως, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὸν νόμον, ὁ ἁπτόμενος λεπροῦ ἐδόκει ἀκάθαρτος εἶναι, θέλων δεῖξαι, ὅτι τὰς τοιαύτας μικρολογίας τοῦ νόμου οὐκ ἀνάγκην ἔχει φυλάττειν, ἀλλ’ αὐτός ἐστιν ὁ τοῦ νόμου Κύριος, καὶ ὅτι οὐδὲν ὁ καθαρὸς μολύνεται ἐκ τοῦ δοκοῦντος ἀκαθάρτου, ἀλλ’ ἡ τῶν ψυχῶν λέπρα, ἐκείνη ἐστὶν ἡ μολύνουσα· τούτου ἕνεκεν ἅπτεται· ἅμα δέ, καὶ ἵνα δείξῃ ὅτι ἡ ἁγία αὐτοῦ σὰρξ θείαν ἔχει δύναμιν, καὶ καθαρτικὴ οὖσα καὶ ζωογονοῦσα, ὡς τοῦ Θεοῦ Λόγου οὖσα σάρξ.
Μετάφραση
«Κύριε, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Και αφού άπλωσε το χέρι Του, τον άγγιξε, λέγοντας: Θέλω, καθαρίσου. Και αμέσως η λέπρα έφυγε από αυτόν. Και Αυτός τον διέταξε να μην το πει σε κανέναν, αλλά πήγαινε να δείξεις τον εαυτό σου στον ιερέα, και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία προς αυτούς. Όμως, η φήμη γι' αυτόν διαδιδόταν ακόμη περισσότερο. Και συγκεντρώνονταν μεγάλα πλήθη, για να Τον ακούν και να θεραπεύονται από Αυτόν από τις ασθένειές τους. Εκείνος όμως αποσυρόταν στις ερήμους, και προσευχόταν.» Αξιοθαύμαστος είναι ο λεπρός, διότι, έχοντας θεοπρεπή αντίληψη για τον Κύριο, λέει: Εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Διότι αυτό δείχνει ότι κατανοούσε τον Χριστό ως Θεό. Επειδή δεν Τον πλησίαζε ως ιατρό (αφού η λέπρα δεν μπορεί να ιαθεί από χέρια ιατρών), αλλά ως Θεό. Καθώς μόνο σε Αυτόν ανήκει η εξουσία να θεραπεύει τέτοιες ασθένειες. Ο δε Κύριος τον αγγίζει, όχι χωρίς λόγο, αλλά επειδή σύμφωνα με τον νόμο εκείνος που άγγιζε λεπρό εθεωρείτο ακάθαρτος, θέλοντας να δείξει ότι δεν έχει καμία ανάγκη να τηρεί τέτοιες λεπτομέρειες του νόμου, αλλά ότι ο Ίδιος είναι ο Κύριος του νόμου, και ότι διόλου δεν μολύνεται ο καθαρός από αυτόν που θεωρείται ακάθαρτος, αλλά η λέπρα των ψυχών, αυτή είναι που μολύνει. Γι' αυτόν τον λόγο τον αγγίζει. Αλλά ταυτόχρονα και για να δείξει ότι η αγία Του σάρκα έχει θεία δύναμη, και ότι είναι καθαρτική και ζωοποιός, εφόσον είναι σάρκα του Θεού Λόγου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες