Καὶ διαπορευομένων τῶν μαθητῶν, ἠγανάκτουν, ὅτι στάχυας ἔψωχον ταῖς χερσὶ, καὶ ἤσθιον. Οὐ σιδήρῳ ἀπέτεμνον, ἐπεὶ κατηγόρουν ὡς ἔργου· οὐδὲ ἄλλοις ἐργαλείοις ἐχρήσαντο, ἵνα μὴ κατηγορήσωσιν, ὡς μὴ τρεφομένων, ἀλλ᾽ ἐργαζομένων. Νυνὶ δὲ τί μέμφεσθε τῷ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δοθέντι εἰς σωτηρίαν; Εἰ γὰρ ὁ Θεὸς οὐ τὸ τρέφεσθαι ἀπηγόρευσεν ἐν Σαββάτῳ, τί σὺ τοῦτο ὀνειδίζεις, ὅπερ ὁ Θεὸς οὐκ ἀπηγόρευσεν;
Μετάφραση
Και καθώς διέρχονταν οι μαθητές, αγανακτούσαν, διότι έτριβαν τα στάχυα με τα χέρια τους και έτρωγαν. Δεν τα έκοβαν με σιδερένιο εργαλείο, διότι θα τους κατηγορούσαν για εργασία· ούτε χρησιμοποίησαν άλλα εργαλεία, για να μην τους κατηγορήσουν ότι δήθεν δεν αποσκοπούσαν στην τροφή, αλλά ότι εργάζονταν. Τώρα, όμως, γιατί κατακρίνετε αυτό που έχει δοθεί από τον Θεό για τη συντήρηση της ζωής; Διότι, εάν ο Θεός δεν απαγόρευσε τη λήψη τροφής το Σάββατο, γιατί εσύ ονειδίζεις αυτό ακριβώς που ο Θεός δεν απαγόρευσε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες