Διὰ τῶν λόγων κελεύσας ἐντίθημι· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. Ὁ μὲν εἶπεν, ὁ δὲ ἐποίησε. Καὶ ἡ μὲν ξηρὰ χεὶρ ἀποκατεστάθη· τὸ δὲ ξηρὸν τῆς διανοίας τῶν Ἰουδαίων οὐκ ἐθεραπεύθη· ἀλλ᾽ ἐξελθόντες, κατὰ τὸ ἀρτίως ἀνάγνωσμα, διελογίζοντο, τί ἂν ποιήσειαν τῷ Ἰησοῦ. Διαλογίζῃ, τί ποιήσεις; προσκύνησον ὡς Θεὸν, προσκύνησον τὸν θαυματοποιὸν, προσκύνησον ἄνθρωπον τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον ἐργασάμενον. Οὐκ ἐμπλάστρους προσέθηκεν, οὐκ ἐμβροχαῖς τισιν ἡπάλυνεν, οὐ μυρία φάρμακα ἰατρικὰ προσήνεγκεν. Εἰς τὸ μέσον ἦν ὁ ἑστὼς, πάντες ἔβλεπον τὸ γενόμενον· μὴ γὰρ κρύφιον ἦν τὸ ἐργαζόμενον· ἵνα μή τις εἴπῃ· Βοτάνην προσήνεγκεν, ἔμπλαστρον προσέθηκεν. Ἔγειραι, στῆθι εἰς τὸ μέσον, ἵνα πάντως μὴ κατηγορήσωσι τῆς ἀληθείας· ἵνα ἀσυκοφάντητον γένηται τὸ πρᾶγμα.
Μετάφραση
Με την προσταγή των λόγων, ενθέτω τη δύναμη: «Άπλωσε το χέρι σου». Ο ένας το είπε, και ο άλλος το έπραξε. Και το μεν ξηρό χέρι αποκαταστάθηκε, η ξηρότητα όμως της διανοίας των Ιουδαίων δεν θεραπεύθηκε· αλλά, βγαίνοντας έξω, σύμφωνα με το ανάγνωσμα που μόλις διαβάστηκε, διαλογίζονταν τι θα μπορούσαν να κάνουν στον Ιησού. Διαλογίζεσαι τι θα κάνεις; Προσκύνησέ τον ως Θεό, προσκύνησε τον θαυματουργό, προσκύνησε τον άνθρωπο που επιτέλεσε έργα υπέρτερα των ανθρώπων. Δεν τοποθέτησε έμπλαστρα, δεν μαλάκωσε το χέρι με κάποιες εμβροχές, δεν χορήγησε αναρίθμητα ιατρικά φάρμακα. Στη μέση βρισκόταν αυτός που στεκόταν, και όλοι έβλεπαν αυτό που συνέβαινε· διότι δεν ήταν κρυφό το έργο που τελούνταν· για να μην πει κάποιος: «Του έδωσε κάποιο βότανο, του τοποθέτησε έμπλαστρο». Σήκω, στάσου στη μέση, ώστε σε καμία περίπτωση να μην κατηγορήσουν την αλήθεια· ώστε το γεγονός να παραμείνει ασυκοφάντητο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες